Ο προσανατολισμός της ομορφιάς σε μια ζωή απίστευτα μικρή

[ Κώστας Καναβούρης / Ελλάδα / 01.08.22 ]

Δεν ξέρω αν έχω δίκιο, αλλά όσο κι αν προσπαθώ να βγω έξω από τη ζωή μου και να δω το πράγμα από άλλη, διαφορετική γωνία, δεν το καταφέρνω. Για το καλοκαίρι μιλάω. Για το ευλογημένο καλοκαίρι της χώρας μου κι όλο μεγαλώνουν πιο πολύ οι ρίζες μιας ζωής όπως την περιέγραψε σ’ ένα κείμενο ο Άγγελος Τερζάκης, ούτε που θυμάμαι ποιο (έφηβος ήμουν όταν το διάβασα κι απόμεινε πάνω μου το χνάρι του) και τώρα το διηγούμαι γιατί βέβαια δεν γίνεται να το θυμάμαι επί λέξει˙ πάντως στο λόγο της τιμής μου το διηγούμαι με ακρίβεια. Έγραφε, λοιπόν, ο Άγγελος Τερζάκης (τότε που διάβαζα μετά μανίας το «Ταξίδι με τον Έσπερο»): όταν πεις ότι «έχω να ζήσω 80 χρόνια, η ζωή σου φαίνεται απίστευτα μεγάλη. Λες έχω να κάνω, τόσα και τόσα. Όταν όμως λες «έχω να ζήσω 80 καλοκαίρια», η ζωή σου φαίνεται απίστευτα μικρή».

Γι’ αυτό το καλοκαίρι  μιλάω. Το καλοκαίρι που με έτρεξε μέχρι εδώ και τρέχει ακόμα απαλά ανεμίζοντας ένα πουκαμισάκι εφήβου ή ένα πουκαμισάκι κοριτσιού προς τη θηλύτητα, αυτό το καλοκαίρι που ποδηλατεί και στέφει το κεφάλι και το στρέφει κάπου–κάπου προς τα πίσω και βλέπει τα μεγάλα καλοκαίρια που πέρασαν, τα απίστευτα μεγάλα καλοκαιρία όταν ο χρόνος βραδυπορούσε μέσα στον καιρό για να μπορέσεις να μεγαλώσεις. Το λοιπόν, «δέσαμε την καρδιά μας και μεγαλώσαμε» κατά πως λέει και ο Γιώργος Σεφέρης. Γι’ αυτό είπα και στην αρχή ότι δεν ξέρω αν έχω δίκιο για το καλοκαίρι που ζω σήμερα. Πώς να είσαι σίγουρος για το δίκιο σου, όταν η καρδιά σου είναι δεμένη και δεν ταιριάζει ακριβώς στο λαμπύρισμα μιας θάλασσας που σε καλούσε όπως καμιά θάλασσα ύστερα από τη χώρα του μακρινού «κάποτε»  σε ξανακάλεσε ποτέ.

Πάντως, με κάθε φόβο μήπως και μουτζουρώσω τη δικαιοσύνη της ομορφιάς (που δεν είναι τυφλή) πάνω στα δικαιώματα της ύπαρξης, μήπως και περιορίσω τα δικαιώματα της ελευθερίας μέσα στην τύρβη του βίου, πρέπει να πω ότι με αυξανόμενο τρόμο βλέπω από καλοκαίρι σε καλοκαίρι (σ’ αυτά τα απίστευτα λίγα καλοκαίρια μιας απίστευτα μικρής ζωής), την υπέροχη εποχή της έκρηξης, την βαθύτατα ουρανομήκη εποχή, να χάνει με ολοένα αυξανόμενα και ταχύτερα και μεγαλύτερα άλματα την υπόστασή της. Πώς να το πω; Το καλοκαίρι δεν είναι πια κατάσταση, είναι είδος. Δεν είναι άφεση, είναι οικονομία αιχμής. Και κυρίως απευθύνεται σ’ εκείνους που το θεωρούν όχι κατάσταση, αλλά είδος διασκέδασης όπου το αγοράζεις και το πουλάς σε διάφορες τιμές, αναλόγως της προσφοράς και της ζήτησης. Και δεν ξέρω πως να μιλήσω για ένα καλοκαίρι ξεπουλημένο στα κρουαζιερόπλοια, υπό τους ήχους μιας τερατώδους μπάντας του χρυσίου. Υπό τους ήχους μιας χαράς χωρίς πρόσωπο, αλλά με την αγωνία να ξεχάσεις το πρόσωπό σου. Δεν είναι αυτό καλοκαίρι. Είναι μια οικονομία της απελπισίας που μετράει όσα φράγκα περισσέψουν από τους λαθρεμπόρους ενός καλοκαιριού – εμπορεύματος. Με τη γη που έθρεψε γενιές και γενιές να γίνεται ερείπιο (όχι χέρσα, ερείπιο κατασπαραγμένου χρόνου) και την θάλασσα, πατρόνα χωρίς ακρογιάλι. Χωρίς μυστικό. Όλα είναι φανερά. Και το πιο φανερό από όλα, η απουσία μυστικών «που ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλι». Είναι καλοκαίρι αυτό; Δεν ξέρω. Είναι, βλέπεις, και η εκκωφαντική του ωραιότητα που σε παραζαλίζει. Αυτά τα τζιτζίκια… Το μη εμπορεύσιμο καλοκαίρι που τυφλώνεται.

Ναι. Αυτό θέλω να διηγηθώ: Καθόμαστε πριν λίγες μέρες με την Ευγενία, δεν έχει σημασία πού. Λάβρα καλοκαιριού κι ένα δεντράκι. Έρχεται και κάθεται ένα τζιτζίκι. Δεν το βλέπω. Ο εξαίσιος θόρυβος, εκκωφαντικός. Σχεδόν δεν ακουγόμαστε μεταξύ μας. «Ε, να» της λέω «Αυτό είναι το καλοκαίρι». «Είχα ένα φίλο» μου απαντάει κάπως αφηρημένα, «απεχθανόταν τα τζιτζίκια». «Γιατί;» «Γιατί ήταν τυφλός και τον εμπόδιζαν να ακούει τον ήχο του γύρω του κόσμου. Τα τζιτζίκια τον εμπόδιζαν να προσανατολιστεί».

Λοιπόν; Εδώ βρίσκεται το μέγα πρόβλημα του οικονομείν την ομορφιά: ο προσανατολισμός. Σκοτώνεις τζιτζίκια και αγοράζεις τυφλότητα; Για να την κάνεις εμπόρευμα σε συσκευασία τυφλής χαράς, όπου η θάλασσα γίνεται τοίχος; Αυτό θα πει καλοκαίρι; Δεν ξέρω. Έχει, νομίζω, καταστραφεί ο προσανατολισμός του. Ούτε δύουν οι νύχτες του, ούτε ξημερώνουν οι μέρες του.

Δεν είναι θέμα νοσταλγίας. Είναι θέμα αγωνίας. Είναι που θεωρώ ότι μου αφαιρούν καλοκαίρια από την απίστευτα μικρή ζωή μου. Καλοκαίρια που δεν θα μπορούσαν να τα αφαιρέσουν αν και η ζωή του διπλανού μου δεν ήταν απίστευτα μικρή. Όπου γης. Ακόμα και εκεί όπου δεν υπάρχουν καλοκαίρια! Ή θάλασσα. Καλοκαίρια που δεν θα μπορούσαν να τα καταργήσουν αν δεν υπήρχε ο πλανήτης της διπλανής μου ρημαγμένης γης˙ των ανθρώπων.

artinews.gr 1-8-2016