Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ο ευσπλαχνικός δήμιος

[ Φοίβος Γκικόπουλος / Κόσμος / 13.03.19 ]

(Από «Εννέα δοκίμια για τον Δάντη)

                          Ο Δάντης (κανείς δεν το αγνοεί) τοποθετεί τη Φραντσέσκα στην Κόλαση και ακούει με ατέλειωτη συμπόνια την ιστορία του αμαρτήματός της. Πώς να μετριάσει αυτή την αντίφαση, πώς να τη δικαιολογήσει; Διαβλέπω τέσσερις δυνατές ερμηνείες.

                         Η πρώτη είναι τεχνικής φύσης. Απ’ τη στιγμή που αποφάσισε τη συνολική δομή του βιβλίου, ο Δάντης σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να εκφυλιστεί σ’ ένα μάταιο κατάλογο κύριων ονομάτων ή σε μια τοπογραφική περιγραφή, αν δεν το καθιστούσαν ευχάριστο οι εξομολογήσεις των χαμένων ψυχών. Αυτή η πεποίθηση τον οδήγησε να τοποθετήσει σε κάθε κύκλο της Κόλασής του έναν ένοχο ενδιαφέροντα και όχι πολύ παλιό. (Ο Λαμαρτίνος, καταπιεσμένος από όλους αυτούς τους φιλοξενούμενους, είπε ότι η Κωμωδία ήταν μια «gazette florentine»). Φυσικά, ήταν ενδεδειγμένο οι εξομολογήσεις να είναι ποιητικές, και μπορούσαν να είναι χωρίς κανέναν κίνδυνο επειδή ο συγγραφέας, φυλακίζοντας τους αφηγητές στην Κόλαση, δεν ήταν δυνατόν να κατηγορηθεί για συνεργία. Αυτή η ερμηνεία (που προϋποθέτει την ιδέα του Κρότσε, ενός ποιητικού κύκλου που επιβάλλεται σ’ ένα σκληρό θεολογικό μυθιστόρημα) είναι ίσως η πιο αληθοφανής, αλλά έχει κάτι το ευτελές και άτολμο και δεν φαίνεται να αντιστοιχεί στην ιδέα που έχουμε για τον Δάντη. Εξάλλου οι ερμηνείες ενός αιώνιου βιβλίου όπως η Κωμωδία δεν μπορούν να είναι τόσο απλές.

                         Η δεύτερη ενσωματώνει, με βάση τη θεωρία του Γιούνγκ[1], τη λογοτεχνική επινόηση στην ονειρική επινόηση. Ο Δάντης, που τώρα είναι ένα όνειρό μας, ονειρεύτηκε την τιμωρία της Φραντσέσκα και ονειρεύτηκε τη συμπόνια του. Ο Σοπενχάουερ παρατηρεί ότι, στα όνειρα, τα πράγματα που αισθανόμαστε και βλέπουμε μπορούν να μας καταπλήξουν, αν και οι ρίζες τους, τελικά, βρίσκονται μέσα μας. Κατά τον ίδιο τρόπο ο Δάντης αισθάνθηκε οίκτο για ό,τι ονειρεύτηκε ή επινόησε. Θα πρέπει επίσης να πούμε ότι η Φραντσέσκα είναι μια προβολή του ποιητή, όπως εξάλλου ο ίδιος ο Δάντης στο ρόλο του περιηγητή της Κόλασης. Έχω όμως την αίσθηση ότι αυτή η ερμηνεία είναι λαθεμένη, γιατί άλλο πράγμα είναι να αποδίδουμε σε βιβλία και σε όνειρα μια κοινή προέλευση κι άλλο ν’ ανεχόμαστε στα βιβλία την ασυνέπεια και την ασυνειδησία των ονείρων.

                         Η τρίτη, όπως και η πρώτη, είναι τεχνικής φύσης. Ο Δάντης, κατά τη διάρκεια της Κωμωδίας, αναγκάστηκε ν’ ανακοινώσει πρόωρα τις αλάθητες αποφάσεις του Θεού. Χωρίς άλλη βοήθεια πέρα από τη δική του λανθάνουσα κρίση, τόλμησε να προβλέψει μερικές αποφάσεις της Θείας Δίκης. Καταδίκασε, έστω και λογοτεχνική αδεία, τον πάπα Σελεστίνο Ε’ και διέσωσε τον Σιγγέρη ντα Μπραμπάντε, που είχε υποστηρίξει την αστρολογική θέση της Αιώνιας Επιστροφής.

                                   Για ν’ ανατρέψει αυτή την πράξη, όρισε το Θεό, στην Κόλαση, για τη δικαιοσύνη του («Δικαιοσύνη τον Πλάστη μου έχει σπρώξει», Κόλαση, 3, 4) και κράτησε τις ιδιότητες της κατανόησης και της ευσπλαχνίας. Καταδίκασε τη Φραντσέσκα και συμμερίστηκε τον πόνο της. Ο Μπενεντέττο Κρότσε λέει: «Ο Δάντης, ως θεολόγος, ως πιστός, ως ηθικός άνθρωπος, καταδικάζει αυτούς τους αμαρτωλούς, αλλά συναισθηματικά ούτε τους καταδικάζει ούτε τους αθωώνει» (Η ποίηση του Δάντη, 78)[2].

                         Η τέταρτη ερμηνεία είναι λιγότερο ακριβής. Απαιτεί, για να γίνει αντιληπτή, μια προκαταρκτική συζήτηση. Ας θεωρήσουμε δύο προτάσεις. Η πρώτη: οι δολοφόνοι αξίζουν την ποινή του θανάτου. Η δεύτερη: ο Ρόντιον Ρασκόλνικοφ αξίζει την ποινή του θανάτου. Είναι προφανές ότι αυτές οι δύο προτάσεις δεν είναι συνώνυμες. Παραδόξως, αυτό δεν οφείλεται στο γεγονός ότι είναι συγκεκριμένοι οι φόνοι και αφηρημένος και μια οφθαλμαπάτη ο Ρασκόλνικοφ, το αντίθετο μάλιστα. Η ιδέα της δολοφονίας είναι μια απλή γενίκευση. Ο Ρασκόλνικοφ, για όποιον έχει διαβάσει την ιστορία του, είναι ένα αληθινό πρόσωπο. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν, με τη στενή έννοια του όρου, δολοφόνοι. Υπάρχουν πρόσωπα που η ακαταλληλότητα της γλώσσας περικλείει σ’ αυτό το ακαθόριστο σύνολο. (Αυτή ακριβώς είναι η νομιναλιστική θέση του Ροσελλίνο και του Γουλιέλμου του Όκκαμ). Μ’ άλλα λόγια, όποιος διάβασε το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι υπήρξε, κατά κάποιο τρόπο, Ρασκόλνικοφ και ξέρει ότι το ‘έγκλημά’ του δεν είναι ελεύθερο, γιατί ένα ανίκητο δίχτυ από συμπτώσεις το προσδιόρισε και το επέβαλε. Ο άνθρωπος που σκότωσε δεν είναι δολοφόνος, ο άνθρωπος που έκλεψε δεν είναι κλέφτης, ο άνθρωπος που είπε ψέματα δεν είναι ψεύτης. Αυτό το γνωρίζουν (ή καλύτερα, το αισθάνονται) οι καταδικασμένοι, άρα δεν υπάρχει τιμωρία χωρίς αδικία. Η νομική προσποίηση του ‘δολοφόνου’ μπορεί να αξίζει τη θανατική ποινή, όχι όμως ο άτυχος που δολοφόνησε, αναγκασμένος από την ιστορία του παρελθόντος του και ίσως –αχ, μαρκήσιε Λαπλάς!- από την ιστορία του σύμπαντος. Η Μαντάμ ντε Στάλ συμπύκνωσε αυτές τις σκέψεις στη γνωστή φράση: «Όλα τα καταλαβαίνω σημαίνει όλα τα συγχωρώ».

                         Ο Δάντης διηγείται με μια τόσο ντελικάτη ευσπλαχνία το κρίμα της Φραντσέσκα που όλοι το θεωρούμε αναπόφευκτο. Και έτσι έπρεπε να το αισθάνεται και ο ποιητής («Αν ήταν έτσι, η λεύτερη βουλή σας / θα χανούνταν», Καθαρτήριο, 16, 70-71), σε πείσμα του θεολόγου που λέει ότι  αν οι πράξεις εξαρτιόντουσαν από την επίδραση των άστρων θα είχε μηδενιστεί το αυτεξούσιο και δεν θα υπήρχε δικαιοσύνη για να επιβραβεύσει το καλό και να τιμωρήσει το κακό[3].

                         Ο Δάντης καταλαβαίνει και δεν συγχωρεί. Αυτό είναι το άλυτο παράδοξο. Πιστεύω ότι το έλυσε πέρα από τη λογική. Αισθάνθηκε (δεν κατανόησε) ότι οι πράξεις των ανθρώπων είναι αναγκαίες και ότι είναι αναγκαία και η αιωνιότητα, μακαριότητας ή απώλειας, από τις οποίες προέρχεται. Ακόμη και οι ακόλουθοι του Σπινόζα και οι στωικοί διατύπωσαν ηθικούς νόμους. Είναι περιττό να θυμηθούμε τον Καλβίνο και την απόλυτη μοναρχία του Θεού που προορίζει άλλους στην Κόλαση και άλλους στον Ουρανό. Διαβάζω στον πρόλογο στο Κοράνι του Σάλε ότι μια ισλαμική αίρεση υποστηρίζει την ίδια αυτή θέση.

                         Η τέταρτη ερμηνεία, όπως φαίνεται, δεν λύνει το πρόβλημα. Περιορίζεται στο να το διατυπώνει, με αυστηρότητα. Οι άλλες ήταν λογικές, αυτή, που δεν είναι, μου φαίνεται πιο κοντά στην αλήθεια. 

             

           (Μετάφραση από τα ιταλικά

           Φοίβος Γκικόπουλος)

 


[1] Κατά κάποιο τρόπο την περιγράφει η κλασική μεταφορά που καθιστά το όνειρο μια θεατρική παράσταση. Έτσι λέει ο Γκόνγκορα στο σονέτο Διάφορες φαντασίες («το όνειρο, έμπειρο σε παραστάσεις, / στο θέατρό του στον άνεμο στημένο / με σκιές θα ντυθεί σε όμορφο φορτίο»), και ο Κεβέδο στον Ήχο του θανάτου («Αφού η απελευθερωμένη ψυχή βρίσκεται σε απραξία χωρίς το εμπόδιο των αισθήσεων, εμφανίστηκε μπροστά μου ένα είδος κωμωδίας, και μ’ αυτό τον τρόπο την ερμήνευσαν στο σκοτάδι οι ικανότητές μου, ενώ εγώ με τη φαντασία μου ήμουν ακροατήριο και θέατρο»). Έτσι και ο Ζόζεφ Άντισον, στο νούμερο 487 του “Spectator” («η ψυχή, όταν ονειρεύεται, είναι θέατρο, ηθοποιοί και κοινό»). Αιώνες πριν, ο πανθεϊστής Ομάρ Καγιάμ συνέθεσε μια στροφή που η λογοτεχνική απόδοση του ΜακΚάρθυ μεταφράζει ως εξής: «τώρα πια δεν κρύβεσαι από κανέναν, τώρα πια εκδηλώνεσαι σε όλα τα πλάσματα. Για δική σου ευχαρίστηση δημιουργείς αυτά τα θαύματα, και μαζί είσαι το θέαμα κι ο θεατής».

[2] Ο Άντριου Λανγκ αφηγείται ότι ο Ντυμά έκλαψε όταν έκανε τον Πόρθο να πεθάνει. Με τον ίδιο τρόπο αισθανόμαστε τη συγκίνηση του Θερβάντες όταν πεθαίνει ο Αλόνσο Κουιγιάνο: «ανάμεσα στη συμπόνια και τα δάκρυα όσων ήταν εκεί, παρέδωσε το πνεύμα του, δηλαδή πέθανε».

[3] Βλ. De monarchia, 1, 14, Καθαρτήριο, 17, 73, Παράδεισος, 5, 19. Ακόμη πιο εκφραστικός είναι ο θαυμάσιος στίχος: «Απ’ τη σκλαβιά στη λευτεριά με πήγες» (Παράδεισος, 31, 85).