Το τραγούδι των ανθρώπων

[ Κώστας Καναβούρης / Ελλάδα / 25.01.22 ]

   «Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά σιγά βουλιάζει/ και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της/ κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά».  Γιώργος Σεφέρης, «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»

Δεν ζητάει τίποτα το τραγούδι για να συγκλονίσει. Γιατί το τραγούδι είναι η σιωπή γυμνή. Η βαθιά εκείνη σοφία του ανθρώπου, η κατακτημένη με καημό και βάσανο που ξέρει πως το τραγούδι δεν είναι τίποτε άλλο πάρα σιωπές, η μια δίπλα στην άλλη για να μπορέσεις να μιλήσεις, να σου δοθεί η χάρη –που λέει ο ποιητής– να μιλήσεις απλά, δηλαδή να πεις το ανείπωτο.

Έτσι άκουγα, καθηλωμένος, την Φωτεινή Βελεσιώτου να τραγουδάει από το σπίτι της, με λίγα ακόρντα της κιθάρας της, το «Ακορντεόν» του Μάνου Λοΐζου και του Γιάννη Νεγρεπόντη. Το αφιέρωσε στον Τούρκο απεργό πείνας και μουσικό Ibrahim Gökçek. Μεγαλείο. Όλη η άπεφθη ομορφιά του ανθρώπινου όντος, όσος εγκλεισμός και όσος θάνατος κι αν την κυκλώνει. Αυτό το ανίκητο που ποτέ κανένας τύραννος και καμιά τυραννία, είτε χαλύβδινη, είτε της λαμπυρίζουσας μαυλιστικά απάτης, μπόρεσε να κατανοήσει.

Το τραγούδι, γυμνό. Η σιωπή υπερυψωμένη. Η φωνή μονάχη της να λέει όλα τα τραγούδια που δεν τραγουδήθηκαν και να δακρύζει μέσα σε όλα τα τραγούδια που θα τραγουδάνε αύριο τα παιδιά μας και τα παιδιά των παιδιών μας. «Στη γειτονιά μου την παλιά είχα ένα φίλο», η Φωτεινή, ο Μάνος, ο Γιάννης Νεγρεπόντης, εσύ κι εγώ, το τραγούδι που πριν το ακούσεις, σ’ ακούει εκείνο. Κανένας μόνος του. Κανένας πεσμένος. Όχι κάτω, κανένας πεσμένος χαμηλά. Άκου.

Άκου τον Σωκράτη Μάλαμα. Κι αυτός από το σπίτι του, μόνο με την κιθάρα του. Μόνο; «Αυτή η μηχανή σκοτώνει φασίστες» είχε γράψει στην δική του κιθάρα ο μέγας Γούντι Γκάθρι. «Δεν θα περάσει ο φασισμός» σβήνει αργά η φωνή της Φωτεινής Βελεσιώτου, σβήνει αργά μέσα στη φυλακή η μουσική του Ibrahim Gökçek, «για κάποιον μεσ’ στον κόσμο είναι αργά/ ποιος τη ζωή μου ποιος την κυνηγά» τραγουδάει ο Σωκράτης Μάλαμας. Γυμνό τραγούδι. «Γυμνό ανάμεσα στους λύκους» όπως έγραφε στο ομότιτλο μυθιστόρημά του ο Μπρούνο Άπιτς για κείνο το μωρό που το μεγαλώνανε κρυφά οι κρατούμενοι στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης.

«Ουρλιάζουν και σφυρίζουν φορτηγά». Κάνουν στάση στο Μαξίμου. Χειροκροτήματα. «Σαν ψάρι μ’ έχουν πιάσει μεσ’ στα δίχτυα». Κι όμως ακόμα κι εδώ υπάρχει το τραγούδι. Γιατί ακόμα κι εδώ υπάρχει και πάντοτε θα υπάρχει μια σιωπή που θα ζητάει αποκρυπτογράφηση. Και πάντοτε θα υπάρχουν οι άξιοι που θα το λένε και οι άξιοι που θα την ακούνε. Δηλαδή που θα δίνουν την πρώτη ύλη της ζωής τους για τα επόμενα τραγούδια.

Γιατί όλα μπορείς να τα κάνεις να σωπάσουν. Όλα, εκτός από ένα: την σιωπή. Η σιωπή δεν σιωπά. Η σιωπή υπάρχει για να μιλά. Ακόμα κι όταν την στήνουν στον τοίχο. Την στήνουν επειδή «είπε». Δεν μίλησε. Τραγούδησε. Με κάθε τρόπο.

«Προσπαθούσα να δίνω κι εγώ –όπως και οι άλλοι συνάδελφοι- δύναμη και κουράγιο στους συμπολίτες μου. Aπό σήμερα ΣΙΩΠΩ» δήλωσε η Φωτεινή Βελεσιώτου, διαμαρτυρόμενη για την άθλια συμπεριφορά της κυβέρνησης προς τους καλλιτέχνες.

Και είναι σαν να είπε: Από σήμερα τραγουδώ.

Είναι ακριβώς το τραγούδι που ούτε θα κατανοήσουν, ούτε θα τραγουδήσουν οι ανάξιοι της περηφάνιας και της αξιοπρέπειας των ανθρώπων.