Το «Ουρλιαχτό» του Γκίνσμπεργκ

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Κόσμος / 05.04.23 ]

«Ο Γκίνσμπεργκ περπατά στον φορτωμένο δρόμο. Άνθρωποι μας προσπερνούν... Κ’ εγώ καταγράφω όσα μου λέει’’… ‘’δεν μπορείς να φύγεις απ’ την Αμερική χωρίς να πάρεις μια πρέζα μεσκαλίνη. Ανοίγει καινούργια βάθη, βλέπεις με άλλη προοπτική… Το βασικό είναι να γλυτώσεις απ’ αυτό το κορμί. Να κατορθώσεις να γίνεις άγιος… ‘’Η αλλαγή έχει συντελεστεί εδώ’’, και πιάνει το κούτελό του»(1).

Τα κοινωνικοπολιτικά αίτια της αλλαγής είναι για μικρά παιδιά σύμφωνα με τον Γκίνσμπεργκ. Όλα γίνονται μέσα στο κεφάλι, όλα είναι θέμα απελευθέρωσης από το «κορμί», από την επιθυμία, από αυτή τη φυλακή του πνεύματος. Η απελευθέρωση για τους αμερικανούς αριστερούς είναι Ατομική και προτεσταντική και όχι, όπως στην Ευρώπη, συλλογική. Εκεί που ο Μαρξ μιλούσε για την υλική δύναμη των ιδεών, που δημιουργούν νέες πολιτικές συλλογικότητες (ή νέα αυτοσυνείδητα πολιτικά υποκείμενα), οι αριστεροί στις ΗΠΑ του 1960 μιλούν για τη χημική δύναμη των ψυχοτρόπων που αλλάζουν τις συνδέσεις των νευρώνων του εγκεφάλου, τροποποιώντας τον ατομικό εαυτό!

Ο Γκίσμπεργκ σφράγισε τη γενιά αυτή με το περίφημο «Ουρλιαχτό» (Howl), αλλά και τις αναγνώσεις διαμαρτυρίας κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ. Καλούσε στην απομάκρυνση από την τρέλα του πολέμου και της καταναλωτικής κοινωνίας και ζητούσε μια ένωση με το πνεύμα. Το «Ουρλιαχτό» ήταν ένα ξέσπασμα εναντίον του καταναλωτισμού, ήταν μια σαξοφωνική κραυγή και το κλάμα ενός μοναχικού ποιητή-λύκου, μία φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ένα σπάραγμα στις παρυφές της κοινωνίας, όπου εναλλάσσονται η απελπισία και το χιούμορ, η καυστική σάτιρα και η οπτασιακή έκσταση, ο σαρκαστικός ρεαλισμός και η ονειρική περισυλλογή:

«Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου, 
χαλασμένα από την τρέλα, 
λιμασμένα υστερικά γυμνά, 
να σέρνονται μέσα στους μαύρους δρόμους την αυγή
γυρεύοντας μια φλογισμένη δόση, 
φτωχοί και κουρελήδες με βαθουλωμένα μάτια, 
που φτιαγμένοι ξενυχτούσαν καπνίζοντας
στο υπερφυσικό σκοτάδι παγωμένων διαμερισμάτων, 
αρμενίζοντας πάνω από τις κορφές των πόλεων
αφοσιωμένοι στη τζαζ, 
άνοιγαν το μυαλό τους στα Ουράνια
κάτω απ’ τον εναέριο σιδηρόδρομο
και βλέπανε αγγέλους μουσουλμάνους
τρεκλίζοντας φωτισμένοι
σε ταράτσες λαϊκών πολυκατοικιών

Αποβλήθηκαν απ’ τις ακαδημίες
γιατί ήταν λέει τρελοί
κι εξέδιδαν άσεμνες ωδές
στα παράθυρα της νεκροκεφαλής
τρέμανε σ’ αξύριστα δωμάτια με τα εσώρουχα, 
καίγοντας τα λεφτά τους σε καλάθια αχρήστων
και στήνοντας αυτί
στον Τρόμο μέσα απ’ τον τοίχο
μπουρδολογώντας ουρλιάζοντας
ξερνοβολώντας ψιθυρίζοντας γεγονότα και μνήμες
κι ανέκδοτα και πλάκες που σπάσανε
και σοκ νοσοκομείων και φυλακών
και πολέμων, ολόκληρες διάνοιες
που ξεράστηκαν αναπολώντας με απόλυτη ακρίβεια
επτά μέρες και νύχτες
με μάτια που άστραφταν, 
κρέας για τη Συναγωγή
πεταμένο στο πεζοδρόμιο

Έκαναν τρύπες από τσιγάρα στα μπράτσα τους
διαμαρτυρόμενοι για την ναρκωτική καταχνιά του ταμπάκου, 
του καπιταλισμού, 
έσπασαν κλαίγοντας
σε λευκά γυμναστήρια
γυμνοί και τρέμοντας
μπροστά στις μηχανές άλλων σκελετών, 
βήχανε στον έκτο όροφο
στεφανωμένοι με φλόγα
κάτω από τον φυματικό ουρανό
πλαισιωμένοι από πορτοκαλιά σαράβαλα θεολογίας
μαγείρεψαν σάπια ζωα, 
πλεμόνια, καρδιές, πόδια, ουρές
κάνοντας όνειρα για το αγνό βασίλειο των φυτών
ορνιθοσκαλίζανε όλη νύχτα
ροκεντρολλάροντας ανυπέρβλητες επωδές
που στο κίτρινο πρωινό
ήταν στροφές ασυναρτησιών
χωθήκανε κάτω από φορτηγά ψυγεία κρεάτων
ψάχνοντας για ένα αυγό, 
πέταξαν τα ρολόγια τους απ’ την ταράτσα
για να ρίξουν την ψήφο τους
υπέρ της Αιωνιότητας έξω απ’ τον Χρόνο, 
και ξυπνητήρια πέφταν κάθε μέρα στα κεφάλια τους, 
καθ’ όλη την επόμενη δεκαετία, 
κόψανε τις φλέβες τους
τρεις φορές συνέχεια ανεπιτυχώς
το πήρανε απόφαση
και αναγκάστηκαν ν’ ανοίξουν μαγαζιά με αντίκες
όπου νιώθαν πως γερνούν και κλαίγανε
και γύρισαν μετά από χρόνια στ’ αλήθεια φαλακροί
αλλά με ματωμένο το κεφάλι
και τα δάκρυα και τα δάχτυλα, 
σ’ ολοφάνερη καταδίκη της τρέλας
των θαλάμων των τρελοπόλεων
λογομαχώντας σε βρωμερά δωμάτια
με τους αντίλαλους της ψυχής, 
χορεύοντας ροκ στις μεσονύχτιες
παντέρημες εκτάσεις της αγάπης, 
ένα όνειρο ζωής ένας βραχνάς
κορμιά που γινήκαν πέτρα
βαρειά σαν το φεγγάρι».

Κάποια μέρα ο Γκίνσμπεργκ κάθεται με τον Κέρουακ στην όχθη του ποταμού στο Σαν Φρανσίσκο. Ο δεύτερος βλέπει ένα ψηλό αλλά ξεραμένο ηλιοτρόπιο, το οποίο ο πρώτος θεώρησε ως σημάδι της αφοσίωσής του στην αναζωογόνηση της ερωτικής και πνευματικής ενέργειας. Το λουλούδι γίνεται το έμβλημά του και σύμβολο του αφυπνισμένου ανθρώπου: «Πρόστυχο χτυπημένο παλιόπραμα, ηλιο-/ τρόπιό μου/ Ω ψυχή μου, σ’ αγάπησα τότε!... (...) Είμαστε όλοι/ όμορφα ηλιοτρόπια μέσα μας...» (Το δίδαγμα του ηλιοτρόπιου-1956).

Η αλλαγή, τελικά, δεν συνέβη στο κεφάλι των Αμερικανών αλλά στο σώμα τους. Ό,τι απέμεινε από το κίνημα της δεκαετίας του 1960, του αντιπολεμικού και αντικαπιταλιστικού αγώνα είναι μία φυλή που κάνει τζόκινκ. Εν μέρει, διότι η συντριπτική πλειοψηφίας της φυλής του Homo Americanus συνεχίζει να εκστασιάζεται μέχρι οργιαστικού παραληρήματος στις διάφορες Εκκλησίες της «Αγάπης», όπως πριν αιώνες στα δάση και αργότερα στα Γούντστοκ, προσπαθώντας να χάσει «βάρος» με τη βοήθεια του Θεού.    

Τα καλύτερα μυαλά εκείνης της γενιάς χάθηκαν όχι από την πολιτική ήττα της εξέγερσής τους, αλλά από τα ναρκωτικά.  Αλλά αυτή ήταν τελικά και μια πολιτική ήττα, διότι στο επαναληπτικό ερώτημα του Βασίλη Βασιλικού: «Τι προσφέρεται, σε αντιστάθμισμα των όσων αρνείσθε;»[1], η μόνη απάντηση ήταν μια απροσδιόριστη μυστικιστική πίστη ή μια καρικατούρα Χριστού-Τσε Γκεβάρα, ενώ ό,τι ήταν χειροπιαστό δεν ήταν παρά το χασίς, η μεσκαλίνη και τα κάθε λογής ψυχοτρόπα!

Τελικά, οι αριστεροί Αμερικανοί δεν αρνούνται ποτέ την κοινωνία, όπως νομίζει ο Ευρωπαίος, αλλά το… κορμί τους και πιο συγκεκριμένα το… κεφάλι τους. Το ζήτημα ήταν να απελευθερωθεί κανείς από τη φυλακή του σώματος, δηλαδή από την επιθυμία και εντέλει από την επιθυμία της επιθυμίας των άλλων, από αυτή την αιματηρή ιστορία των επιθυμούμενων επιθυμιών, που είναι η ανθρώπινη ιστορία σύμφωνα με την ψυχαναλυτική προσέγγιση, δηλαδή σύμφωνα με μία ορισμένη ευρωπαϊκή οπτική, η οποία στην Αμερική περνάει μέσα από τη θρησκεία και τη «λατρεία του ΕΓΩ».

Γράφει ο Κέρουακ[2]: «Ακριβώς εκεί απέναντι υπάρχει ένα κέντρο αναψυχής - το βλέπεις! Λέγεται Nickel-O (Πενταροδεκάρες), βλέπεις τη μεγάλη επιγραφή; - κι εκεί περίπου στις τέσσερις το πρωί, παίρνεις μια γεύση αποσύνθεσης· γερο-μεθύστακες, πόρνες, αδερφές, κακοποιοί, ναρκομανείς, όλα τα αποβράσματα της αστικής κοινωνίας μαζεμένα εκεί... κι όταν βρεθείς εκεί ανάμεσα σ’ όλα τα παιδιά του θλιμμένου αμερικάνικου παράδεισου, δεν μπορείς παρά να κοιτάξεις κατάματα, στην κατάθλιψη της μπεζεντρίνης (...) Θα δεις μεγαλοβιομήχανους να καταρρέουν ξαφνικά και να τρελαίνονται, θα δεις ιεροκήρυκες στον άμβωνα ξάφνου να εκρήγνυνται... θα δεις πως όλοι έχουν γίνει παράφρονες - ένα παρανοϊκό σύμπαν».

Τελικά, η παραδοσιακή αμερικανική Ατομικότητα μετεξελίχθηκε σ' ένα υπερδιογκωμένο από επιθυμίες Εγώ και μία κοινωνία την οποία ο Κρίστοφερ Λας και άλλοι θα αποκαλέσουν «ναρκισσιστική»...


[1] Βασίλης Βασιλικός: Η μυθολογία της Αμερικής

[2]  Κέρουακ: The Town and the City (Η Επαρχία και η Πόλη)

*Αποσπάσματα από το δοκίμιο Homo Americanus, 2008