Προδοσία...

[ Μαργαρίτα Μανώλη / Ελλάδα / 09.10.19 ]

 Χιόνι έπεφτε άφθονο όλη νύχτα κι απλωνόταν σαν σιωπή στον κόσμο. Στο παράθυρο ένα κίτρινο φιλόξενο φως. Τίποτα πιο όμορφο από το να παρακολουθεί το χιόνι να πέφτει, σε μια πολυθρόνα, μ’ ένα ποτήρι στο χέρι και μια τρυφερή φωνή στο αυτί. Απαλή μουσική στα ηχεία και στο γραφείο μισοτελειωμένα βιβλία. Η αναμονή βασανιστική.

Η αγάπη μπαίνει με πρόσωπο χλομό, ούτε αγκαλιά ούτε καν φιλί στο μάγουλο, με μαύρα γυαλιά σαν ασπίδα. Μη αντέχοντας τις μισές αλήθειες, τις καταπιεσμένες επιθυμίες και τους κρυφούς εαυτούς. Δεν μπορούμε να είμαστε μαζί. Η «κοινωνία -που σεμνότυφη πολύ- συσχέτιζε κουτά», καθώς λέει ο ποιητής.

Άηχα λόγια έβγαιναν απ’ τα χείλη, έπεφταν σαν μαύρα σπόρια στα πάτωμα, γλιστρούσαν ανάμεσα στα σανίδια και βλάσταιναν φαρμακερά στο σκοτάδι. Το βουητό στ’ αυτιά  δυνάμωσε, το μυαλό λες και γέμισε αίμα. Ξέροντας πως είχε εγκαταλειφθεί, είχε προδοθεί κι αυτό σου αφήνει κάτι μόνιμο, αφαιρεί κάτι από μέσα σου που δεν πρόκειται να βρεις ποτέ ξανά. 

Το αλκοόλ, μαζί με το βάρος της μοναξιάς, γίνονται ένας τοξικός πολτός στο αίμα. Μέρες μετά συνέρχεται. Ήταν τα ίδια σεντόνια, η ίδια κρεβατοκάμαρα, το ίδιο κρεβάτι. Ήταν το άδειο κουτί της μπύρας και ο ίδιος ήλιος που χτυπούσε τα μάτια. Ήταν η βρύση που έσταζε, το ψυγείο που βούιζε. Ήταν η ίδια ζωή, η ζωή που πάντα είχε. Κι αυτό ήταν όλο.