Ποδόσφαιρο, ή πεθαίνοντας από ηδονή

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Ελλάδα / 09.06.16 ]

Κι όμως το ποδόσφαιρο δεν ήταν πάντα μία μπίζνα πλανητικής εμβέλειας. Κάποτε ήταν ένα παιγνίδι των φτωχών και, μάλιστα, ενταγμένο στην προοπτική της κοινωνικής αμφισβήτησης. Στο βιβλίο «πως μας έκλεψαν το ποδόσφαιρο» οι δημοσιογράφοι Fancois Ruffin και Antoine Dumini μας μιλούν γι’ αυτό, το λαϊκό ποδόσφαιρο, τότε που δεν ήταν μία μεγάλη επιχείρηση και οι ποδοσφαιριστές δεν ήταν οι σύγχρονοι «μονομάχοι» στην αρένα. Γράφουν, λοιπόν, για τον Socrates(Βραζιλία), τον Carlos Caszely(Χιλή), τον Robbie Fowler(Βρετανία) και άλλους ποδοσφαιριστές που τάχθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο υπέρ των απόκληρων, υπέρ των αδικημένων. Ακόμα και σήμερα στη λατινική Αμερική είναι ζωντανή μία άλλη προσέγγιση του ποδοσφαίρου. Μιλώ για τον ποδοσφαιρικό σύλλογο της Αργεντινής που φέρει το όνομα Che Guevara FC (όχι τσε-και-βάρα) και αντιτίθεται στην εμπορευματοποίηση του ποδοσφαίρου. Γι’ αυτό όσοι μιλούν για «αντιποδοσφαιρική ρητορεία» και «αριστερή ενοχή» δεν είναι παρά οι οπαδοί του ποδοσφαίρου της FIFA και των πολυεθνικών, αυτοί που αρκούνται, προκειμένου να «σκάσει ένα χαμόγελο το χειλάκι τους», σε μία… χειραγωγημένη χαρά!

Αρχίζει το Ευρωπαϊκό κύπελλο ποδοσφαίρου, λοιπόν. Και το ερώτημα που τίθεται εν μέσω της οικονομικής κρίσης έχει σχέση με τις συλλογικές επενδύσεις και τις προσδοκίες που εκφράζει και συμβολίζει η έκβαση ενός ποδοσφαιρικού παιχνιδιού. Πως μπορεί να δώσει, άραγε, χαρά σ’ έναν άνεργο νέο ή ένα φτωχό το ποδόσφαιρο; Η απάντηση στο ερώτημα παραπέμπει στην ιστορία του αθλήματος. Γιατί το ποδόσφαιρο αποτέλεσε χαρακτηριστικό στοιχείο της εργατικής ταυτότητας και κουλτούρας· προνομιακός χώρος επιβεβαίωσης των συλλογικών ταυτοτήτων, των εθνικών νομιμοποιήσεων και διεκδικήσεων, των τοπικών και εθνικών ανταγωνισμών. Γιατί το παιχνίδι αυτό είχε ανέκαθεν μία κινητοποιητική και αποδεικτική ικανότητα καθώς σ’ αυτό αντανακλάται ο κοινωνικός ή ο εθνικός ανταγωνισμός αλλά και η αμφισβήτηση των κοινωνικών ιεραρχιών και των συσχετισμών δύναμης. Στην Αγγλία οι ποδοσφαιρικές ομάδες ήταν βασικό σημείο της εργατικής ταυτότητας. Οι σπουδαστές στο Τορίνο, μεταξύ αυτών και ο Ανιέλι, όταν ίδρυσαν τη Γιουβέντους είχαν ως έμβλημά της το σύνθημα «Σοβαρότητα, απλότητα, εγκράτεια», δίνοντας ουσιαστικά την εικόνα ενός βιομηχανικού σχεδίου, όπως εξάλλου ήταν και το «You ’ll never walk alone» της Λίβερπουλ. Οι σπουδαστές στην Βαρκελώνη θα ιδρύσουν την «Μπάρτσα» η οποία θα καταστεί η σημαία των εθνοτικών διεκδικήσεων των Καταλανών κ. ο. κ. Θυμάμαι τον Κανέτι να περιγράφει πως άκουγε την ηδονική ιαχή «γκοοοολ» από το στάδιο Πράτερ της Βιέννης (ελπίζω να θυμάμαι καλά) και να συγκλονίζεται από αυτό το παιγνίδι που γαλβανίζει το Εμείς. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που διαμόρφωνε τη συλλογική ταυτότητα του ανήκειν στους «Κάτω» η φωτιά στο δικαστικό Μέγαρο της Βιέννης, όταν εκδόθηκε η απόφαση αθώωσης των αστυνομικών που είχαν σκοτώσει διαδηλωτές.

Τελικά, ποια είναι η λειτουργία του ποδοσφαίρου; Είναι ιδεολογία και λαϊκή θρησκεία; «όπιο του λαού»; Ή απλώς κατοπτρίζει την κοινωνία; Μπορούμε να ισχυρισθούμε, σήμερα, ότι το ποδόσφαιρο καταλαμβάνει το συμβολικό χώρο που εκκενώθηκε από τις μεγάλες θρησκείες; Ότι είναι η παραμυθία στον χαοτικό κόσμο μας;
Κατά την άποψη του Κριστιάν Μπρομπερζέ το ποδόσφαιρο «δεν είναι ούτε όπιο του λαού ούτε νοσταλγία μήτε αρχαϊκή εξανάσταση μήτε ταξική πρακτική... (αλλά) είναι η πολεμική συνύπαρξη αντιθετικών οπτικών», ένα είδος οικουμενικής αναφοράς, ένα από τα σπάνια στοιχεία μιας αρσενικής κουλτούρας, η οποία διαπερνά τις διάφορες περιοχές, τα έθνη, τις γενιές και υπό μία έννοια αποτελεί τον καθρέφτη της κοινωνίας.

Άλλοι κάνουν τη διάκριση των δύο παραγόντων του παιγνιδιού, των ποδοσφαιριστών από τους θεατές, το παιχνίδι που παίζεται στο γήπεδο από το «δράμα» που λαμβάνει χώρα στις κερκίδες. «Οι αθλητές αγωνίζονται παίζοντας, ενώ οι θεατές αγωνίζονται στα σοβαρά» έλεγε ο Ουμπέρτο Έκο. Αλλά γιατί, άραγε, να παίρνουμε στα σοβαρά ένα παιγνίδι; Γιατί το θέαμα μας διεγείρει. Μάλιστα, φωνάζοντας και χειρονομώντας ασκούμαστε σωματικά και ψυχικά, εκτονωνόμαστε, μόνο που αυτή η εκτόνωση δεν οδηγεί όπως στους αθλητές σε μια νέα σχέση με το σώμα μας, δηλαδή στον έλεγχο και στην αυτοσυγκράτηση, αλλά στη χειραγώγησή του, στην instrumentum regni. Η δική μας συμμετοχή στο παιγνίδι γίνεται στο... μιλητό, που τροφοδοτείται από τον Τύπο και την Τηλεόραση. Η αθλητική φλυαρία αυτού του είδους έχει όλα τα χαρακτηριστικά της πολιτικής συζήτησης και μερικές φορές είναι το υποκατάστατό της. Στις χρονικές περιόδους, μάλιστα, που η πολιτική απαξιώνεται, τότε η ποδοσφαιρική και γενικότερα η αθλητική φλυαρία γίνεται και η ίδια πολιτική συζήτηση.

Και τώρα τι; Τώρα και πάντα το ποδόσφαιρο θα εξακολουθεί να είναι η χαρά των φτωχών στις αλάνες ή στις φαβέλες, αλλά θα είναι και η δυστυχία άλλων ανθρώπων και μάλιστα μικρών παιδιών στην Ασία εκεί όπου κατασκευάζουν μπάλες και αθλητικά προϊόντα για ένα κομμάτι ψωμί. Θα είναι «όπιο του λαού» αλλά και κολυμπήθρα εμβάπτισης στην τεράστια ηδονή να χαίρεσαι μαζί και να αντιλαμβάνεσαι απτά την ανωτερότητα του Εμείς από το Εγώ. Αυτές οι αντιθέσεις υπάρχουν εξαιτίας της συνύπαρξης τόσο της αξίας χρήσης του ποδοσφαίρου της αλάνας(που πλέον έγινε 5χ5 επί πληρωμή) όσο και της ανταλλακτικής αξίας του ποδοσφαίρου-εμπόρευμα.

Ο μετασχηματισμός του ποδοσφαίρου και γενικά του αθλητισμού σε μέσο εκμετάλλευσης, σε μέσο για τη συσσώρευση κερδών μέσα από τα μεγάλα γεγονότα, έχει ως συνέπεια οι λαοί να πληρώνουν ακριβά τη ζημιά(κατασκευή σταδίων, διαφθορά) με αύξηση φόρων, με αύξηση των εισιτηρίων στα μέσα μαζικής μεταφοράς, με περικοπές στην υγεία και την Παιδεία, με αλλαγές στις συντάξεις, τις εργασιακές σχέσεις  κ.ά. . Γι’ αυτή την αδικία διαδηλώνουν οι Βραζιλιάνοι, οι Γάλλοι και κάποτε οι Έλληνες. Και ασφαλώς δεν φταίει το ποδόσφαιρο ή ο αθλητισμός γι’ αυτό, αλλά ο τρόπος που χρησιμοποιούνται από το πλανητικό κεφάλαιο. Το ίδιο ισχύει και με το νερό, το οποίο από δημόσιο αγαθό, από αξία χρήσης γίνεται εμπόρευμα, ανταλλακτική αξία. Το ίδιο θα συμβεί σε λίγο και με τον αέρα που αναπνέουμε.

Ναι, ζήτω το «αθώο» παιγνίδι. Αλλά τι σχέση έχει το ποδόσφαιρο που παίζεται στις αλάνες με το ποδόσφαιρο που παίζεται στα γήπεδα της FIFA; Ναι, λοιπόν, εδώ σε θέλω, να μην ξεχνάς, όταν μπουκώνει η ψυχή σου από χαρά, την πείνα και τη δυστυχία, ούτε το γεγονός ότι το συγκεκριμένο παιγνίδι, το συγκεκριμένο ποδόσφαιρο δεν είναι καθόλου «αθώο», είναι ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟ, καθώς εκμεταλλεύεται μικρά παιδιά, εργαζόμενους, ολόκληρες χώρες  προκειμένου να αποκομίσει κέρδη, πουλώντας χαρά, εκτόνωση, εφησυχασμό, εντέλει το σχοινί με το οποίο θα «δεθούν» χειροπόδαρα οι Κάτω, αυτοί που τώρα χαίρονται. Ναι, το ποδόσφαιρο, αυτό το ποδόσφαιρο,  παραπέμπει σε μία κατασκευασμένη Αυτοκρατορία-Αγορά των Αισθήσεων όπου ο πρωταγωνιστής πεθαίνει από στραγγαλισμό, όπως στην ταινία του Ναγκίζα Όσιμα, γιατί η υπέρτατη ηδονή του είναι συνυφασμένη με το θάνατό του. Αλλά και η πόρνη-ερωμένη του τρελαίνεται χωρίς αυτόν. Κι αυτό γιατί εκεί η κουλτούρα τους (αυτή η αρσενική κουλτούρα που «μιλάει» μόνο με τους όρχεις) δεν εμπεριείχε άλλον τρόπο ηδονής ειμή μόνο τον ζωώδη…