Οι σιωπές του Νοέμβρη

[ Σπύρος Σιάτρας / Ελλάδα / 14.11.17 ]

 

 Δεν μιλάς πια για τον Νοέμβρη.

 Γιατί δεν μιλάς;…

 Να μιλήσει και να πει τι;

 Που κάθε Νοέμβρη που θυμόταν τον εαυτό του, μια πίκρα τον κυριεύει

Παλαιότερα, μαζί με οργή, υπερηφάνεια και ελπίδα

Τώρα, μόνο η πίκρα

 

Που θυμόταν τον πατέρα του να κλαίει από λύσσα κι άδικο

στην πόρτα του υπνοδωματίου

Και την μάνα του να έχει πέσει πάνω του και να του λέει

«Έχεις παιδί! Που πας;;;!!...» κλαίγοντας κι αυτή

Κι ο Παπαχρήστος ανάμεσα από παράσιτα να ουρλιάζει

«Πως είναι δυνατόν να πυροβολήσετε τα αδέρφια σας;;;!!!!...»

Κι αυτός κάτω από τις κουβέρτες, εννιάχρονο παιδί, να προσπαθεί να καταλάβει

 

Κι αργότερα, στις μαθητικές πορείες, την στοχοποίηση

που δεν καθόταν υπάκουος εκεί που ήταν οι πολλοί

που τους έσπρωχναν οι αλυσίδες

και κόντεψε να τους πατήσει το τρένο στην Λένορμαν

επειδή οι ταγοί αποφάσιζαν

πως η εξέγερση είναι αυστηρά ελεγχόμενο και μουσειακό είδος

και πρέπει να φυλάσσεται καθαρό

από δίπλα να σπρώχνουν κι άλλοι

εκείνοι που θεωρούσαν πως η εξέγερση είναι χαβαλές και εκτόνωση

 

Να μιλήσει για τι από όλα;

για τους νεκρούς που ακόμη και τώρα τα βδελύγματα αρνούνται

και τους αργότερα νεκρούς και άσχημα σακατεμένους

κάποιοι σχεδόν δίπλα του

για την βιωματική έννοια του κράτους

και το σιχαμένο πρόσωπο της καταστολής;

Τους φασίστες μήπως;

που βρέθηκε κατά λάθος ανάμεσά τους

να προσπαθεί να μπει μέσα στο προαύλιο;

 

Κι ακόμη πιο μετά, τις κουβέντες με τον Κώστα;

που τα βρόντησε κάτω από το κόμμα

όταν του έδωσαν να κολλήσει το «οκτώ»

που επίσημα ή δεν υπήρξε ή ήταν δουλειά πρακτόρων

«Ρε, είναι οι φίλοι μας αυτοί, είναι οι σύντροφοί μας, οι συναγωνιστές μας!!»

Και τα μούτζωσε όλα

Και μπήκε μέσα

Εκεί που ανήκε η Ιστορία· στο Τώρα

 

Πώς να εξηγήσει;

τον εμετό που ένιωσε να του ανεβαίνει στον λαιμό

και έμεινε εκεί έκτοτε

με τα αναμνηστικά κασκόλ,

τα σουβλάκια

το πανηγύρι

τα μπάχαλα για την καύλα

τις εξαργυρώσεις

σε θέσεις, καριέρες, διασημότητα, «γράμματα»

 

Να πει τι πια;

που στις σχολικές «γιορτές» κάθεται στην γωνία σιωπηλός

με την θλίψη στα μάτια και την πίκρα πανωφόρι

για την σπίλωση και το ξεπούλημα από τους πολλούς

την συγκάλυψη για λόγους «ιστορικούς»

την ηθελημένη άγνοια των «τι τα σκαλίζεις τώρα»

και την σιωπή και την αξιοπρέπεια των λίγων

και το πώς μόνο ελάχιστοι μαθητές τον έχουν πάρει χαμπάρι

και δειλά-δειλά τον ρωτάνε

και απαντάει συγκρατημένα

βραχνάς ο «αντικειμενικός» ρόλος του και το fairplay, βραχνάς…

 

Να εξηγήσει τι;

πως μέχρι και τα παιδιά του όταν ήταν μικρότερα

τα πήγαινε μέρες πριν

και τους μίλαγε για όσα είχε μάθει και θυμόταν

μακριά από φιέστες και κάμερες και ξεπουλήματα

πως ταίριαξε το «Κάτω η Εξουσία» με την Ελληνική Σημαία

Να ξέρουν

Να μάθουν να διακρίνουν το πώς, το τι και το γιατί

Και να αποφασίζουν μόνα τους

 

Πριν η Ιστορία αποφασίσει γι’ αυτά…

 

Τίποτα δεν λέει πια λοιπόν

Μόνο κοιτάζει και ακούει

 

Και θυμάται…