Κάποτε ήταν τα Πανηγύρια

[ Ελένη Κόλια / Ήπειρος / 02.08.17 ]

Μία φορά και έναν καιρό υπήρχαν τα πανηγύρια, όπου η μουσική ήταν ταυτισμένη με μία μορφή ιερουργίας. Αφορμή πάντα είχαν τον εορτασμό του εκάστοτε Αγίου. Η «μάχη» των πανηγυριών κλιμακωνόταν κατά την περίοδο μεταξύ της γιορτής του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Δημητρίου, οι τραγουδιστές αμείβονταν με «χαρτούρα» (δηλαδή όχι με μεροκάματο, αλλά με φιλοδώρημα) και διοργανώνονταν από τα καφενεία στην πλατεία του χωριού.

Με τη «χαρτούρα» αναγνωριζόταν ο καλλιτέχνης απ’ ευθείας απ’ το λαό. Αμειβόταν η ικανότητα του οργανοπαίχτη να αγγίξει την ψυχή του χορευτή. Τότε ὁ πληθυσμός είχε βιωματική σχέση με το χορό, ο χορευτής απειλούσε τον ατζαμή καλλιτέχνη με τα μάτια, οι Έλληνες ήξεραν το ρυθμικό κανόνα.

Ακόμη και ο χορός είχε τη σημειολογία του. Ὁ κόσμος ήξερε να χορεύει ομαδικά, εξ άλλου οι κυκλικοί χοροί γεννήθηκαν στην Ελλάδα και συμβολίζουν μία κοινότητα δημοκρατική. Ο πρώτος χορευτής δείχνει το ταμπεραμέντο του, την ιδιωτική του προσέγγιση. Μετά πηγαίνει τελευταίος και ξαναστηρίζει  την ομάδα του χορού, την κοινότητα. Η «καρδιά» των μεγάλων πανηγυριών χτυπούσε στην Ήπειρο.

Πανηγύρι ονομάζεται μια εορταστική εκδήλωση είτε για θρησκευτικούς είτε για εμπορικούς σκοπούς (εμποροπανήγυρις) είτε για άλλους λόγους.

Πανηγύρεις ονομάζονταν πολλές εορταστικές ή αθλητικές εκδηλώσεις κατά την αρχαιότητα. Σήμερα, πανηγύρεις οργανώνονται στην Ελλάδα σε ενορίες με την ευκαιρία θρησκευτικών εορτών. Κατά τη διάρκειά τους γίνεται συνήθως η λειτουργία, περιφορά εικόνας καθώς και λειτουργία υπαίθριας αγοράς. Σε μικρά μέρη μπορεί το πανηγύρι να συνοδευτεί με γεύμα, τραγούδια και χορούς.

Ιδιάζουσας σημασίας είναι η μελέτη ενός πανηγυριού σε υπαίθριο χώρο. Το πανηγύρι, η αρχαία «πανήγυρις» διατηρεί πολλά αρχέγονα στοιχεία, συνθέτοντάς τα με νεότερα, στο διάβα του χρόνου. Κυρίαρχο στοιχείο, το «αυθόρμητον» του λαϊκού πολιτισμού, η άνευ όρων παράδοση στη συλλογική διασκέδαση, που μετατρέπει το χώρο σε σημείο αναφοράς και μνήμης.

Το πανηγύρι, ένα πολυδιάστατο κοινωνικό φαινόμενο, επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, δίνοντας την εντύπωση μιας κυκλικής, παρόμοιας πορείας, κάθε φορά όμως χαράσσει με τρόπο διαφορετικό τη μνήμη, δημιουργώντας συμβάντα και καταστάσεις που το κάνουν να ξεχωρίζει από κάθε προηγούμενο. Δημιουργείται έτσι μια ταυτότητα συλλογική, πέρα από ιδιότητες, ιδιομορφίες, φύλα και χαρακτήρες. Είναι η δυναμική του συλλογικού συμβάντος και η δύναμη της παράδοσης που λειτουργούν ως χωνευτήρι αντιθέσεων.

Τα πιο παλιά χρόνια στον τόπο μας δεν υπήρχαν καθόλου συγκοινωνίες, αυτοκίνητα, δρόμοι και οι άλλες ανέσεις που υπάρχουν σήμερα. Ούτε ράδια ούτε τηλεοράσεις ούτε ψυγεία ούτε τηλέφωνα  ούτε ηλεκτρικό ρεύμα. Ο κόσμος σε μεγάλο βαθμό ζούσε  στην απομόνωση. Η διασκέδαση έλλειπε παντελώς. Δεν υπήρχαν τότε ταβέρνες και κέντρα διασκέδασης. Όλοι μικροί και μεγάλοι έδιναν την καθημερινή τους βιοπάλη και το δικό τους αγώνα, κυρίως για να επιβιώσουν και να ζήσουν, πάνω στα κακοτράχαλα βουνά και στο άγριο τοπίο. Σχεδόν τα πάντα που είχαν σχέση με την τροφή  και την ενδυμασία τους τα παρήγαγαν και τα έφτιαχναν μόνοι τους. Οι άνθρωποι ήταν εκ των πραγμάτων και αναγκαστικά, γεωργοί, κτηνοτρόφοι, τσαγκάρηδες, ραφτάδες και ό, τι  άλλο τους πίεζε η ίδια η ανάγκη. Ζούσαν μια ζωή σκληρή και δύσκολη.

    Τα πανηγύρια ήταν μια όαση,  μια στιγμή  ξενοιασιάς και μια ευκαιρία για διασκέδαση στη σκληρή και κοπιαστική ζωή που ζούσαν οι άνθρωποι. Πανηγύρια γίνονταν σε όλα τα χωριά και ήταν αφιερωμένα στη μνήμη και στη γιορτή κάποιου αγίου και στην τοπική εκκλησία που έφερε και το όνομα του Αγίου ή της Αγίας. Το πανηγύρι ήταν τόπος συνάντησης, συνεύρεσης και ανταμώματος των κατοίκων του χωριού , αλλά και με τους κατοίκους των γειτονικών χωριών που έρχονταν στο τοπικό πανηγύρι.

Οι κάτοικοι του ενός χωριού γνωρίζονταν με τους κατοίκους των άλλων χωριών κυρίως μέσω των πανηγυριών. Τα πανηγύρια τότε ήταν ο μοναδικός και αποκλειστικός τρόπος διασκέδασης των κατοίκων, μαζί φυσικά με τους γάμους και τα βαφτίσια. Το κύριο όμως και κυρίαρχο μέσο διασκέδασης ήταν πάντα τα πανηγύρια και σε μικρότερο βαθμό οι γάμοι και τα βαφτίσια.

Πέρα όμως από το αντάμωμα, τη συνεύρεση, την αλληλοεπικοινωνία και την αλληλογνωριμία μεταξύ των κατοίκων μιας περιοχής τα πανηγύρια έπαιζαν τότε μια πολύ πιο σπουδαία και σημαντική λειτουργία. Αυτή της γνωριμίας μεταξύ των νέων του χωριού ή των χωριών με τελική κατάληξη το γάμο και την παντρειά. Τα πανηγύρια ήταν το νυφοπάζαρο και ο τόπος που γίνονταν οι γνωριμίες μεταξύ των νέων και τα προξενιά. Η επικοινωνία τα παλιότερα χρόνια μεταξύ των νέων, λόγω κυρίως των αυστηρών ηθών και εθίμων, ήταν πάρα πολύ δύσκολη. Όχι μόνο το πλησίασμα, όχι μόνο η συζήτηση  και η συνομιλία, αλλά και το απλό κοίταγμα ανάμεσα στο αγόρι και στο κορίτσι θεωρούνταν τότε κατακριτέο, επιλήψιμο και αμάρτημα. Στον κοινό κυκλικό όμως χορό, στα κάγκελα, τα αυστηρά αυτά ήθη και έθιμα χαλάρωναν, το αγόρι και το κορίτσι επιτέλους μπορούσε να κοιτάξει το ένα το άλλο στα μάτια, να πιαστούν χέρι - χέρι και γιατί όχι να συνομιλήσουν και να κουβεντιάσουν, έστω και για λίγο, όσο κρατούσε ο χορός. Η κλειστή και αυστηρότατη κοινωνία μπροστά στον κυκλικό χορό της πλατείας έσπαγε, χαλάρωνε (τα μάτια πάντα έπαιζαν τον κυρίαρχο ρόλο), μετά αμέσως έπιαναν δουλειά οι προξενητάδες με τις προξενήτρες, οι γνωστοί και οι συγγενείς και πάντα συνήθως τα περισσότερα προξενιά, οι αρραβώνες και οι γάμοι επακολουθούσαν μετά τα πανηγύρια. Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι τα παλιότερα χρόνια πέρα από την πίστη, τη λατρεία προς τον τοπικό άγιο και τη θρησκευτικότητα των κατοίκων, αμέσως μετά ο κυριότερος ρόλος των πανηγυριών ήταν αυτός της επαφής και της γνωριμίας ανάμεσα στους νέους με τελική κατάληξη το γάμο. Και βέβαια αυτός της διασκέδασης, του γλεντιού, της χαράς και του ξεφαντώματος.

        Τα τελευταία χρόνια οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες άλλαξαν  και αυτός είναι ο κυριότερος λόγος που το πανηγύρι πήρε φθίνουσα πορεία. Οι μόνιμοι κάτοικοι των χωριών είναι μετρημένοι πλέον στα δάχτυλα, τα χωριά έχουν κάποια ζωή τους καλοκαιρινούς μήνες, οι νέοι ζουν στις μεγαλουπόλεις πλέον, όπου έχουν άλλους ρυθμούς ζωής, άλλα ακούσματα, άλλα ενδιαφέροντα, άλλους τρόπους διασκέδασης, άλλα ήθη και έθιμα, άλλη νοοτροπία. Η μόνιμη κατοικία των ανθρώπων είναι μακριά απ’  το χωριό και το χωριό σε ένα βαθμό ο άλλος το βλέπει σαν ολιγοήμερες καλοκαιρινές διακοπές. Όλες οι παραπάνω αλλαγές πρέπει να ληφθούν από όλους μας υπόψη. Ζητούμενο είναι να δούμε όλοι μας τη συνέχεια του πανηγυριού μέσα στο χρόνο. Σήμερα οφείλουμε να δούμε το πανηγύρι όχι σαν μια προσπάθεια διατήρησης ενός εθίμου και μιας παράδοσης αλλά σαν μια προσπάθεια διατήρησης μιας πολιτιστικής κληρονομιάς που έρχεται από πολύ παλιά και από τα βάθη των αιώνων. Γιατί το πανηγύρι είναι από μόνο του ένα πολιτιστικό γεγονός τεράστιας σημασίας που παλιότερα μιλούσε στις ψυχές των ανθρώπων και πρέπει να μπορεί  να μιλάει και σήμερα στις καινούργιες συνθήκες και στα καινούργια δεδομένα.

Στους «παλιούς δρόμους», έστω και με τις αναγκαίες παρασπονδίες - μικροφωνικές εγκαταστάσεις που παίρνουν τ' αφτιά, ηλεκτρικά βιολιά που τσιρίζουν και φίρμες που καλύπτουν με τις αφίσες τους κάθε κορμό δέντρου στο δρόμο προς την πλατεία του χωριού.  Των Ελλήνων οι κοινότητες, στήνουν αυτές τις ημέρες γιορτές και πανηγύρια. 

Σήμερα την εποχή της παγκοσμιοποίησης, σε μια εποχή που τα πάντα τείνουν να ισοπεδωθούν, να αλλοιωθούν και να εξαφανιστούν η διατήρηση του πανηγυριού, του πανάρχαιου αυτού εθίμου που εμείς κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας, είναι ένα στοίχημα. Στοίχημα που έχει στοιχεία πολιτισμού και κουλτούρας της πατρίδας μας και της  περιοχής μας, ιστορικής συνέχειας και ιστορικής μνήμης, στοιχεία λειτουργίας σαν συνδετικός κρίκος για συνεύρεση και κοινό αντάμωμα ανάμεσα μας, μιας και είμαστε όλοι μας διασκορπισμένοι δεξιά και αριστερά, μακριά από τη γενέτειρα γη και τη γη των προγόνων μας. Αν σταματήσει το πανηγύρι, ίσως σταματήσει να υπάρχει και το χωριό.

Κάθε καλοκαίρι λοιπόν, σε κάθε πανηγύρι είτε είναι της Αγίας Παρασκευής ή του Αη Παντελεήμονα ή του προφήτη Ηλία, ή τ' Αη Σωτήρος και φυσικά της Μεγαλόχαρης, οι Έλληνες επιστρέφουν. Επιστρέφουν στη γραμμή εκκίνησης. Στο μέρος που πρώτα ήπιαν νερό, έπαιξαν, γέλασαν, ερωτεύτηκαν. Το πανηγύρι είναι απλώς το πρόσχημα. Η ουσία, είναι η εσωτερική μας ανάγκη να μην χάσουμε τις ρίζες μας. Τους δεσμούς μας από ένα παρελθόν με ηθικές αξίες και στιβαρές προδιαγραφές.

Αυτός είναι  ο κλειδάριθμος των πανηγυριών: Η αθωότητα. Η ξεγνοιασιά, οι χαιρετούρες, τα καλαμπούρια, η μυρωδιά από το κρέας  που ψήνεται και πάνω απ' όλα ο ήχος από το κλαρίνο. Για όλα τα υπόλοιπα φροντίζει η φύση, με τα καλοκαιριάτικα φεγγάρια της, τις πυκνές κληματαριές, τα μελωμένα σύκα και τις μυρωδάτες κονίτσες.