Ο εγκέφαλος

[ Γεωργία(Γιούλα) Τριγάζη / Ελλάδα / 14.07.17 ]

Το σκεφτόταν ολοένα και πιο συχνά.

Στο τέλος είχε πειστεί. Κάποιος, κάποιοι, απαιτούσαν απ’ αυτόν να λειτουργεί με δυο εγκέφαλους. Βέβαια η φύση του είχε χαρίσει μόνον έναν. Αλλά στην πορεία δεν επαρκούσε. Δηλαδή για να είμαστε ειλικρινείς, δεν αρκούσε για την επιβίωση. Η αγία επιβίωση! Ειδάλλως πάπαλα και ο άλλος εγκέφαλος! Αυτός ο αναρχικός και ονειροπαρμένος. Ο φυσικός του δηλαδή, για να εξηγούμαστε. Γιατί αν δεν τον καταλάβουμε αυτό,-σκεφτόταν-, καταλήγουμε να θεωρήσουμε ότι είμαστε γεννημένοι με έναν εγκέφαλο προορισμένο για υπολογισμούς. Υπολογισμούς παντός είδους.

Τώρα που σκεφτόταν δε την ετυμολογία της λέξης, γελούσε μέσα του. «Η σοφία των λέξεων!» Υπό και λογίζομαι. Το υπό, δήλωνε αφ’ εαυτού κάτι κατώτερο. Επρόκειτο λοιπόν για λογισμούς –ας το πούμε- κατώτερου είδους. Όμως οποία αντίθεση! Οι λογισμοί κατώτερου είδους χρησίμευαν στην επιβίωση. Οι άλλοι, του φυσικού του εγκεφάλου δηλαδή, κατ’ ουσίαν προορισμένοι μόνο να τον κάνουν να νοιώθει δυστυχισμένος. Για τον λόγο ότι δεν του έμενε καιρός, -ίσως δεν του επιτρέπονταν κιόλας-, να τους ακολουθήσει.

Γιατί πώς αλλιώς! Στο τέλος κάθε μέρας, ο επίκτητος εγκέφαλος, τον είχε εξουθενώσει. Οι διαταγές που είχε λάβει στην διάρκεια της ημέρας πάμπολλες, η επιβράβευση ουδεμία. Αντίθετα, το σύνηθες ήταν η μομφή και η ενοχή: «Θα σηκωθείς…», ακολουθούσαν τα συνήθη και ανθρώπινα περί ευπρεπισμού… και κατόπιν… τρέχω, στήνομαι, υφίσταμαι, σιωπώ, υπομειδιώ, πληρώνω, ξεχρεώνω, χρεώνομαι, υποχρεώνομαι, ενημερώνομαι, καταγράφω, συμφωνώ, συμφωνώ ακόμη και όταν διαφωνώ, καταπίνω, απευθύνομαι όπου το επιβεβλημένο συμφέρον επιτάσσει αλλά και συνήθως διατάσσει , καταγράφω, ένα-δυο-τρία, σβήνω ένα-δυο-τρία, υπολογίζω ένα-δυο-τρία, και φτου γαμώτο, βλάκα, ηλίθιε, ανεπρόκοπε, άχρηστε εαυτέ ΠΩΣ ΞΕΧΑΣΕΣ ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ;;; Μνήμη είναι αυτή, μυαλό -που να το πάρει-, την επομένη θα σημειώνω στο ψυγείο. Ναι, τα κολλημένα χαρτάκια! Πώς δεν το σκέφτηκα νωρίτερα; Ανοίγω το ψυγείο, μα πριν το ανοίξω,   -τσαφ!- να το τέταρτο μνημόνιο μπρος στα μάτια μου! Τι λέω ο βλάκας, να η τέταρτη υποχρέωση… έχω σαλέψει τελείως.

Γυρνούσε σπίτι, τη συναντούσε, είναι το ταίρι του, όμως κι’ αυτή είναι δικέφαλη, τελευταία δε, είχε την αίσθηση πως είναι μονοκέφαλη. Πρέπει να το πήρε απόφαση, εξ άλλου του το είπε μέσες άκρες. Ήταν ένα βράδυ, από κείνα τα σπάνια, που είχε παρασυρθεί από τον άλλο εγκέφαλο, τον ονειροπόλο και παραπονιάρη μαζί, και όπου μόνο τα αγγίγματα και η αίσθηση της παρουσίας της δίπλα του, είχαν  σημασία. Εκείνη όμως τιναζόταν σαν από ρεύμα, κάθε που δοκίμαζε να της μεταδώσει την ουσία της στιγμής του. Μόνο για λίγο είχε την αίσθηση πως λειτούργησε όπως αυτός, στιγμή υπέροχη, δική τους. Ύστερα αναλύθηκε σε δάκρυα. Μα και τότε δική του ήταν. Ίσως και περισσότερο. Για λίγο άφησε να την κρατήσει αγκαλιά, ύστερα τον έκανε πέρα. Όταν του μίλησε, έμοιαζε  άλλη: «Άκου ας σοβαρευτούμε, του είπε…». Και αυτός την ένιωσε σαν όλους τους άλλους εκεί έξω, τους σοβαρούς, που συναντούσε και συναλλάσσονταν με τον εγκέφαλο των υπολογισμών που έλεγε πριν.

Από κείνη τη στιγμή, η σοβαρότητα και οι συνακόλουθοι υπο- λογισμοί, μπήκαν ανάμεσά τους, σαν τον επικινδυνότερο εραστή, ή ερωμένη αντίστοιχα. Χωρίς το πάθος βέβαια που εμπεριέχουν τέτοιες καταστάσεις. -Φορές, φορές σκεφτόταν πως καλύτερα να είχε γίνει αυτό, τα πράγματα θα ήταν πιο εξηγήσιμα, όμως όχι! -

 Έμπαινε αυτός στο σπίτι, έμπαινε αυτή στο σπίτι, και αρχίζανε. ’Η μάλλον συνεχίζανε την  ζωή του «έξω κόσμου», μέσα στο σπίτι. Καταγράφεις; Καταγράφω! Ένα, δυο, τρία… Όχι, σβήσε αυτό, δεν ισχύει, το είπανε, άλλαξε! Από πότε; Από τότε! Βλάκα! Αν πρόσεχες λιγάκι. Στις ειδήσεις χτες. Τέλος πάντων. Χαρτί και μολύβι. Γράφε. Πρώτον… Δεύτερον… Τρίτον. Το πρώτον, αύριο εγώ. Για τα άλλα εσύ. Κουνήσου και λιγάκι.

Στις προσθαφαιρέσεις πάντως όλο κάτι περίσσευε. Κάτι που τους  προέτρεπε στην επανάληψη σχεδόν ψυχαναγκαστικά.

Ένα βράδυ, καλοκαίρι, λίβας, να μην ανέχεσαι το πετσί σου, σούπα το μυαλό, μέλη χυμένα στον καναπέ. Αυτή στάθηκε μπροστά του: «Φεύγω», του κάνει. Χωρίς ένταση στη φωνή, ούτε ένα θαυμαστικό.

Μπορεί και να έφταιγε η ζέστη, μπορεί και ότι ο «άλλος» εγκέφαλος ήταν από καιρό σε νάρκη. Υπο-λόγισε για δευτερόλεπτα και είδε πως πράγματι ο λογαριασμός ήταν μείον. Κι αυτή είχε το κουράγιο να το δει πρώτη.

Από τότε απόμεινε πιστός στους υπο-λογισμούς του. Και με τον μοναδικό του –πλέον-, εγκέφαλο σε λειτουργία, χωρίς τον άλλον να του τα σκοτίζει. Ξεκαθαρισμένα πράγματα.

Τα βράδια, ιδίως τα ζεστά του καλοκαιριού βγαίνει για μπύρα με κάνα φίλο. Οι κουβέντες υπο-λογισμένες κι’ αυτές. Δόξα τω θεώ, δουλίτσα να ’χουμε, την υγειά μας να ’χουμε, υπάρχουν και χειρότερα.

Με τον καιρό δε, σιγουρεύτηκε και για το λάθος του. Αυτός ο κάποιος, ή οι κάποιοι ποτέ δεν τον ήθελαν με δυο εγκέφαλους. Λάθος είχε καταλάβει.