Ιδεολογία και ποιητικός λόγος

[ Φοίβος Γκικόπουλος / Ελλάδα / 03.01.17 ]

 

Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε το «ωραίο» ως μία προέκταση του «καλού»; Κι ακόμη: θα μπορούσαμε να φτάσουμε σταδιακά σε μια διαβάθμιση καλλιτεχνικών αξιών στη βάση «επιλογών» με αισθητικές «έννοιες» που σκοπό έχουν την αφαίρεση του προσωπείου των πλαστών ιδεολογημάτων; Αναμφίβολα, η αισθητική λειτουργία του λόγου έχει στενούς δεσμούς με την ιδεολογία, τουλάχιστον με το νόημα ότι κάθε έργο τέχνης παρουσιάζεται και ως ιδεολογικό παράδειγμα που άμεσα προσβλέπει (ή επιβάλλει;) στο να κοιτάμε έναν συγκεκριμένο κόσμο και όχι κάποιον άλλο, να δίνουμε στα γεγονότα κάποιες συγκεκριμένες εξηγήσεις και όχι διαφορετικές, και μέσα από ένα σύνθετο μηχανισμό παρεμβάσεων μας φέρνει κοντά σε ορισμένους τρόπους συμπεριφοράς και όχι σε άλλους.

          Για να προσεγγίσουμε την έννοια της τέχνης σ’ εκείνη της ιδεολογίας, και σε κατάλληλους όρους, θα πρέπει να αποφύγουμε το πέρασμα από αυτούς που μόνον επιφανειακά φαίνονται σωστοί, δηλαδή εκείνους των επιπόλαιων απομιμήσεων (πάνω απ’ όλα του τύπου «ρεαλιστικός», «παραστατικός», «περιγραφικός» και ούτω καθ’ εξής) κι αντίθετα να παραμείνουμε σε μια πλατφόρμα περισσότερων δομικών αναλογιών. Τότε, απ’ αυτό το σημείο, ο συνειρμός των όρων όπως ιδεολογία και λόγος, μολονότι δεν έχει γίνει ακόμη κατανοητός, πρέπει να δοθεί ως δεδομένος αν επιθυμούμε να επιχειρήσουμε και άλλα περάσματα.

          Γιατί όμως σήμερα θεωρείται αναγκαία η συνάντηση ιδεολογίας και λόγου; Οι κανόνες στους οποίους ο λόγος υποκλίνεται, η ρητορική και η ασάφεια, η αστάθεια που κυβερνά τη σχέση ανάμεσα στο νόημα και την έκφραση, είναι τέτοια που μας κάνουν να χρησιμοποιούμε ένα μέσο επικοινωνίας που έχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να μεταδώσει το ψεύτικο αντί του αληθινού ή για να προδώσει, συνειδητά ή ασυνείδητα, τη σκέψη μας. Αυτή η διαδικασία έχει ένα όνομα -γλωσσική αλλοτρίωση – και προσλαμβάνει διαστάσεις όλο και πιο μεγάλες και ύπουλες.

          Ο μηχανισμός του ιδεολογικού λόγου μπορεί να ταυτιστεί και με τη ρητορική της διαφήμισης. Και στις δύο περιπτώσεις αντλούμε από το πηγάδι των παραδοσιακών ρητορικών σχημάτων (μεταφορά, μετωνυμία, παράδοξο, κλπ.) για να τροφοδοτήσουμε την ασάφεια, με αυστηρούς και ωφελιμιστικούς σκοπούς. Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε τον ιδεολογικό λόγο ως το πρώτο παράδειγμα διαφημιστικού λόγου, σε πλατιά σκάλα. Με τη διαφορά ότι είναι άλλο πράγμα να κάνεις διαφήμιση σε μια κακή οδοντόπαστα και άλλο σε μια Ιδέα, όπως του χριστιανισμού, του μαρξισμού, της ψυχανάλυσης. Πράγματι, μόλις δεχόμαστε να πλησιάσουμε ένα μήνυμα σ’ ένα του χαρακτηριστικό, που από το ίδιο προτείνεται ή προκαλείται, βυθιζόμαστε σε μια πανομοιότυπη κατάσταση.

          Και η λειτουργία του αισθητικού λόγου ακολουθεί τις ίδιες προδιαγραφές, συμμετέχει σ’ αυτό τον μηχανισμό. Πρώτα απ’ όλα γιατί η τέχνη είναι ένα είδος διαφήμισης του εαυτού της και κατά κάποιο τρόπο κάνει λαθρεμπόριο σε άλλους τύπους διαφήμισης. Διαφημίζει, μ’ άλλα λόγια, έναν συγκεκριμένο κόσμο μαζί με ορισμένους τρόπους να βλέπει αυτόν τον κόσμο. Προτείνει ερμηνείες και απαντήσεις, προτρέπει σε τρόπους συμπεριφοράς. Δεν υπάρχει έργο τέχνης που να μην διαφεντεύει μια ιδέα, απομακρύνοντας τις ανταγωνιστικές: κι όχι για το περιεχόμενο που εκφράζει, αλλά για το μέγεθος της ιδεολογικής επικοινωνίας που εμπεριέχεται σ’ αυτό.

Για τα έργα που έχουν κατοχυρώσει πια τη θέση τους στην ιστορία της τέχνης, τα παραπάνω ίσως να είναι δεδομένα: δεν υπάρχουν μίγματα χρωμάτων, μουσικά ακόρντα, πλαστικά στοιχεία ή αρχιτεκτονικές γραμμές που να μην κουβαλούν μαζί τους έναν ή περισσότερους μονάρχες, πάπες, εμπόρους, τραπεζίτες. 

Για τη σύγχρονη καλλιτεχνική παραγωγή η διαδρομή ίσως να φαίνεται τελείως διαφορετική, αλλά μόνο γιατί η αλυσίδα των παρεμβάσεων ανάμεσα στις στιγμές της παραγωγής και της απολαβής –μια που δεν υπάρχει πια η elite που, λόγω αποδοχής ή αντίδρασης, θα καθορίσει το γούστο- εδώ και καιρό έχει επιμηκυνθεί. Οι μεσάζοντες είναι τώρα πια οι πραγματικοί εξουσιαστές της τέχνης, ορίζοντας κατά βούληση τις αξίες της. Και στην εξαπάτηση βασίζονται οι επιλογές.

Έτσι, το άμεσο πρόβλημα είναι να αποφύγουμε τις υποχρεωτικές επιλογές, να καταλήξουμε σε μη προκατασκευασμένα νοήματα. Και η τέχνη, ως γενικό σημείο αναφοράς και με την πλατιά της έννοια, μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός εναλλακτικού λόγου. Όταν εκλαμβάνεται στη σωστή της διάσταση, δεν αντιπροσωπεύει μόνο την ατομική φαντασία στο πλαίσιο της κοινωνικής, αλλά διατηρεί και την κριτική απόσταση από τη ζωή, ως αντίγραφο του συσκευασμένου λόγου.

Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, τη στιγμή που πλησιάζουμε ένα ποιητικό προϊόν, έρχεται, σχεδόν υποχρεωτικά στο νου μας, η ερώτηση: «Υπάρχει ακόμη στη ζωή μας χώρος για την ποίηση;» Φυσικά πρόκειται για ένα ερώτημα χωρίς απάντηση. Κι όμως, η ανησυχία που προξενεί μια άστοχη ερώτηση, δεν υποτάσσεται στη τύχη και αναζητά διαφορετικούς δρόμους για να καρποφορήσει. Συμβαίνει λοιπόν ν’  αναρωτηθούμε αν η παραγωγή ποίησης δεν ξεπερνά την κατανάλωση: όμως, κι αυτά τα οικονομικά δεδομένα δεν είναι απόλυτα ικανοποιητικά και δεν λειτουργούν προς την κατεύθυνση της απάντησης, γιατί η σχέση ανάμεσα στην ανάγκη έκφρασης και την επιδίωξη της επικοινωνίας όχι μόνο δεν έχει οικονομικό χαρακτήρα, αλλά -ξεκινώντας από το χώρο που της είναι περισσότερο οικείος, δηλαδή εκείνον της ψυχολογικής αναζήτησης- δύσκολα καταλήγει να έχει κοινωνιολογική υπόσταση.

          Στην πραγματικότητα, η ποίηση είναι μια καθαρά προσωπική άσκηση -αυτοεξομολόγηση, περισυλλογή, οργάνωση των παρατηρήσεων- που δεν μπορεί να αποσχιστεί από τη διάσταση της συζήτησης, της συνάντησης, του διαλόγου. Από αναδίπλωση σε αναδίπλωση (που δεν είναι άλλο από την αναζήτηση του επιπέδου όπου η συνάντηση με την ποίηση μπορεί να καταστεί δυνατή και άνετη), η ερώτηση που μπαίνει είναι: «Για ποια ποίηση μιλάμε σήμερα;» Βέβαια, κι αυτή η τελευταία ερώτηση δεν έχει περισσότερες πιθανότητες ικανοποιητικής απάντησης από την προηγούμενη, αλλά είναι αυτή που μας βοηθά να προσδιορίσουμε το ποιητικό προϊόν που έχουμε μπροστά μας.

          Ο αληθινός ποιητικός λόγος -που αυτοεπιβάλλεται μέσα από τον λεπτό ιστό του- συμπυκνώνει και απελευθερώνει τη δύναμη και τη βαρύτητα της γλώσσας χωρίς κατευθύνσεις ή προγράμματα, εκτός από την επιβεβαίωσή του στο «τραγούδι». Απ' αυτό το σημείο μπορούμε να οριοθετήσουμε τις αναζητήσεις μας και να δώσουμε περιεχόμενο στα θέματά του.

          Όμως, οι πιο άδολοι, αλλά και πιο έμπειροι αναγνώστες ποίησης, θα πρέπει να διαγράψουν από τη σκέψη τους την ανώφελη γραμμή που χωρίζει το όνειρο από την πραγματικότητα, γιατί πέρα απ' αυτά τα σύνορα περιμένει, γυμνή και όπως πάντα ουσιαστική, η αλήθεια της ποίησης.

 

*Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ