Η κρυφή πολυπλοκότητα του απλού

[ Φοίβος Γκικόπουλος / Ελλάδα / 10.03.17 ]

 

        Τελικά μπορώ να μάθω ποια είναι τα μυθιστορήματα που σου αρέσουν; -με ρωτά με απότομο ύφος ένας νεαρός μου φίλος, εκνευρισμένος από τον ελάχιστο ενθουσιασμό μου για μερικά μυθιστορήματα αρκετά εγκεφαλικά που σ’ αυτόν φαίνονται ενδιαφέροντα.

        Για να απλοποιήσω του απαντώ ότι υπάρχουν μεγάλα μυθιστορήματα που φαίνονται γραμμένα για όλους και μεγάλα μυθιστορήματα που απευθύνονται σε έναν συγκεκριμένο τύπο αναγνώστη περισσότερο καλλιεργημένο ή περισσότερο μέσα στα λογοτεχνικά πράγματα. Αυτό βέβαια, για μένα, δεν σημαίνει μια διαφορά αξίας, μπορούν να υπάρχουν εξαιρετικά τόσο ανάμεσα στα πρώτα όσο και στα δεύτερα. Μόνο που αυτή την περίοδο προτιμώ τα πρώτα, εκείνα που φαίνονται γραμμένα για όλους, γιατί η γραφή τους μου είναι λιγότερο κουραστική και πιο ευχάριστη. Ίσως κι εγώ –όπως ο Σάουλ Μπέλοου- σε μια εποχή εξειδικευμένων μυαλών προσπαθώ να κρατηθώ ως ένας μη ειδικός της ανάγνωσης, και «αισθάνομαι να κατευθύνομαι προς μια μέση οδό συνειδητοποίησης, που να είναι προσιτή σε όλους».

        Τα μυθιστορήματα που φαίνονται γραμμένα για όλους δεν είναι τέτοια γιατί είναι εύκολα, αντίθετα απαιτούν αναγνώστες με ανεπτυγμένη προσοχή και ευαισθησία, και φυσικά κουλτούρα, γιατί η εμφανιζόμενη απλότητά τους σχεδόν πάντα κρύβει μια πολυπλοκότητα που επιτρέπει πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης. Αυτά τα μυθιστορήματα εμφανίζονται με μια ταπεινότητα και ποτέ δεν έχουν υψηλές απαιτήσεις (σκέφτομαι τον τρόπο αφήγησης του Τσέχωφ, τα σύντομα μυθιστορήματα του Κόνραντ, και σε πολλά άλλα μυθιστορήματα, του 20ουακόμη και του 21ουαιώνα)∙ η ιστορία, σημαντική ή ασήμαντη, και η πλοκή, είναι πάντα η ουσία, και μόνο μέσα από τις περιπέτειες του ενός ή του άλλου πρωταγωνιστή αναδεικνύονται τα συναισθήματα και οι προσδοκίες, η ψυχική τους κατάσταση και οι ιδέες τους που ο συγγραφέας θέλει να μεταφέρει στον αναγνώστη. Από κάθε μεγάλο μυθιστόρημα, από κάθε μεγάλο διήγημα, αυτό που μένει αποτυπωμένο είναι στο τέλος μια κίνηση, ένα περιστατικό που δεν φαίνεται να έχει καμιά ιδιαίτερη σημασία όταν συμβαίνει, αλλά απλά συμβαίνει γιατί είναι απαραίτητο, και σ’ εκείνη τη στιγμή πρέπει να συμβεί, γιατί «έτσι είναι η ζωή». Για παράδειγμα στο Θάνατο του Ιβάν Ίλιτς του Τολστόι η κίνηση που κάνει ο πιστός υπηρέτης για να ανακουφίσει τον αφέντη, όταν του σηκώνει τα πόδια και τα ακουμπά στις πλάτες. Ή τη στιγμή όπου ο γραφιάς Μπάρτλεμπυ, στο ομώνυμο διήγημα του Μέλβιλ προφέρει τις δύο λέξεις: «Προτιμώ όχι». Είναι ακριβώς αυτός ο τύπος ασήμαντων φαινομενικά λεπτομερειών που ορίζουν το νόημα του διηγήματος. 

        Πολλοί συγγραφείς του 20ου αιώνα απομόνωσαν αυτά τα ασήμαντα περιστατικά αναδεικνύοντάς τα ως τις «στιγμές ύπαρξης» της Βιρτζίνια Γουλφ ή τις περίφημες «αποκαλύψεις» του Τζόυς ή τις «διαδοχές» του Προυστ ή τις «αισθησιακές εκλάμψεις» του Ναμπούκοφ∙ τις ανέσυραν από το περιεχόμενο του χώρου και κατά κάποιο τρόπο και του «χρόνου» που φυσιολογικά τους αναλογούσε, για να τους αποδώσουν μια λειτουργία που τις ξεπερνούσε. Κατέστησαν σημαντική την υπαρξιακή τους φυσικότητα.

        Στα μυθιστορήματα για τα οποία ομιλώ, όχι αναγκαστικά σε όλα, φαίνεται ότι αυτές οι στιγμές είναι μυστηριωδώς συνυφασμένες με άλλες στιγμές, και ότι ο αφηγητής παραμένει πάντα στο ύψος του, πάντα στο ύψος αυτού που αφηγείται, χωρίς ποτέ να τις υπερβαίνει, διατηρώντας ένα βαθμό σύγχυσης, ίσως και απώλειας, που μπορεί σιγά σιγά να τον οδηγήσει, αυτόν και τον αναγνώστη, στην ανακάλυψη ενός νοήματος.

        Μέσα από τη διαδοχή, την ανάδειξη, την τάξη και την αταξία που δίνει σ’ αυτά τα σχετικά ασήμαντα περιστατικά, που όμως γίνονται καταστάσεις ή μέτρο για έναν πρωταγωνιστή, όταν ανάμεσά τους ορίζεται εκείνη η λανθάνουσα σύνθεση που θα την ονόμαζα «μυθιστορηματική κυκλικότητα», ο μυθιστοριογράφος μιλά στον αναγνώστη του. Όχι μέσα από τη γραφή. Η γραφή, στα μυθιστορήματα που είπα ότι προτιμώ,  συνοδεύει το γεγονός, και δεν το προσπερνά. Και δεν υπερέχει, δεν προσβλέπει σε καμιά αυτονόμηση, δεν εκδηλώνει καμιά υπεροψία, καμιά «πρωτοτυπία». Η γραφή σ’ αυτά τα μυθιστορήματα είναι στη διάθεση του γεγονότος, το καταγράφει, το γυρνά και το ξαναγυρνά από κάθε πλευρά με τον πιο κατάλληλο τρόπο για να μας κάνει να το ξαναζήσουμε, ένα είδος εμπειρίας ζωής.

        Γεννιέται από αυτή τη διαθεσιμότητα, που είναι επίσης της ψυχής και όχι μόνο της γραφής, η φυσιογνωμία των μυθιστορημάτων που φαίνονται γραμμένα για όλους, των μυθιστορημάτων που, όπως θα λέγαμε, «αφηγούνται τη ζωή». Αυτό όμως δεν αποκλείει – όπως συμβαίνει στον Μέλβιλ, στον Κόνραντ, σε πολλούς άλλους μεγάλους μυθιστοριογράφους- η γραφή να ανυψώνεται πάνω από το γεγονός και να ζει μόνο για τον εαυτό της. Αλλά για αναγκαιότητα, για τη δύναμη των πραγμάτων, όχι για αυτοπροβολή. Μόνο για να αντιληφθεί καλύτερα και να μας επιστρέψει τον μυστηριώδη ρυθμό της ύπαρξης.

 * Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ