Τα χωριά της Λάκκας Αώου φωλιασμένα στις πλαγιές του Σμόλικα

[ Ελένη Κόλια / Ήπειρος / 18.03.17 ]

Άγνωστα ονόματα, μικρά χωριά, φωλιασμένα σε προσήλιες κι απάνεμες πλαγιές του Σμόλικα προβάλλουν μπροστά μας. Άλλοτε λουσμένα στον ήλιο κι άλλοτε βυθισμένα στην σκιά των σύννεφων, στέγες από λαμαρίνα οι περισσότερες, άνθρωποι ελάχιστοι, ένας κόσμος άγνωστος και ξεχασμένος, μακριά από κεντρικές οδικές αρτηρίες. Ελεύθερο, Παλιοσέλι, Πάδες, Άρματα, Δίστρατο: Τα χωριά της Λάκκας του Αώου. Πάνω ψηλά, ο Σμόλικας, απέναντι η Τύμφη και ακριβώς από κάτω το μεγαλόπρεπο φαράγγι του Αώου. Ολόγυρα το δάσος και στην αντικρινή πλαγιά σκαρφαλωμένο το Βρυσοχώρι, το τελευταίο Ζαγοροχώρι πριν απ’ το ποτάμι. Το Ελεύθερο,  19 χιλιόμετρα από την Κόνιτσα είναι το πρώτο χωριό, που συναντά κανείς στη Λάκκα Αώου. Βρίσκεται στους πρόποδες του Σμόλικα, στην πλαγιά του ιστορικού υψώματος «Κλέφτης». Σύμφωνα με την παράδοση κατοικήθηκε στα μέσα του 16ου αιώνα, όταν ένας Τουρκαλβανός φύλαρχος μετέφερε σ’ αυτή την περιοχή τους σεισμόπληκτους από τον οικισμό Γκρισμπάνι της Θεσπρωτίας, για να του καλλιεργούν τη γη. Όλοι οι κάτοικοι ήταν Έλληνες και Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Παρέμειναν κολίγοι στον Μπέη μέχρι το 1927. Τότε απέκτησαν την ελευθερία τους κι έδωσαν στο χωριό το όνομα «Ελεύθερο». Είναι το μοναδικό χωριό της Λάκκας, που δεν είναι Βλαχόφωνο. Το 1943 καταστράφηκε από τους Γερμανούς σχεδόν ολοκληρωτικά. Σήμερα είναι λίγοι οι κάτοικοι που ζουν μόνιμα στο χωριό. Επόμενο χωριό είναι το Παλιοσέλι. Η ονομασία του Παλαιοσελλίου προέρχεται από τους αρχαίους Σελλούς, τους αρχαιότερους κατοίκους της επαρχίας Δωδώνης, η οποία τότε έφτανε ως την Ιλλυρία. Στο αρχείο της κοινότητας υπάρχει έγγραφο του Υπουργείου, όπου υποδεικνύεται η σωστή γραφή της ονομασίας του χωριού Παλαιοσέλλι με δύο λ.

          Ο Ησίοδος και ο Όμηρος αναφέρουν ότι οι Σελλοί βρήκαν καταφύγιο κοντά στους Τυμφαίους κτηνοτρόφους. Μεταγενέστερες μαρτυρίες ιστορικών συγκλίνουν σε μια κοινή διαπίστωση: ότι οι κάτοικοι αυτής της περιοχής ήταν Έλληνες.  Ένδοξη σελίδα χάραξε το Παλαιοσέλλι το 1940 με την έναρξη του πολέμου, όταν οι Ιταλοί με τη Μεραρχία «Τζούλια» εγκλωβίστηκαν στη Λάκκα Αώου. Εκεί χωρίστηκαν σε δύο ομάδες με σκοπό να ενωθούν στο Μέτσοβο. Η μια εξ αυτών κατευθυνόταν προς το Κεράσοβο -Σαμαρίνα-Δίστρατο-Βωβούσα-Μέτσοβο. Η άλλη, ερχόμενη από τη Μόλιστα και διασχίζοντας τη Νταλιόπολη, περιοχή όπου δόθηκαν σκληρές μάχες, κατέλαβε το χωριό και στρατοπεύδευσε στις θέσεις Σούρπασα και Άγιο Δημήτριο.  Ο Ελληνικός στρατός, όμως, επιτιθέμενος με ένα τάγμα πεζικού της 8ης Μεραρχίας Ιωαννίνων, με Διοικητή τον Αντισυνταγματάρχη Μαρδοχαίο Φριζή και συνοδεία Ορειβατικού πυροβολικού, σε συνεργασία με τους κατοίκους του Παλαιοσελλίου, μέσω Βρυσοχωρίου, αναχαίτισε τους Αλπινιστές. Συνέλαβε, μάλιστα, 400 αιχμαλώτους. Ταυτόχρονα γκρέμισε τη γέφυρα στον Αώο ποταμό, ώστε η αναχαίτιση να είναι ολοκληρωτική.

Πάδες, το όμορφο χωριό που στέκεται κάτω από το Σμόλικα και πάνω από τον Αώο, με ένα μονοπάτι όπου διασταυρώνεται το γαλήνιο υγρό στοιχείο του ποταμού με την επιβλητική κορυφή του βουνού. Πρώτη έγγραφη μαρτυρία που αναφέρεται στο χωριό Πάδες, απαντάται στον κώδικα της Ιεράς Μονής Αγ. Νικάνορος - Ζάμπορδας της Μακεδονίας. Στον κώδικα της μονής μνημονεύεται ως «Πάδη» 10 φορές, μετά το 1692. Από τις εικόνες του 15ου και 16ου αιώνα που βρέθηκαν στην κεντρική εκκλησία, η οποία χτίστηκε το 1784, όσο και σ’ αυτές που υπάρχουν στα παρεκκλήσια, συμπεραίνουμε ότι η ιστορία του χωριού χάνεται πιο βαθιά στο χρόνο.

Οι Πάδες, λοιπόν, ήταν κεφαλοχώρι και το κέντρο των δραστηριοτήτων των χωριών της λάκκας του Αώου, αφού εκεί γινόταν κάθε εβδομάδα παζάρι και συγκεντρωνόταν οι κάτοικοι των γύρω χωριών. Οι κάτοικοί του ήταν υλοτόμοι και αγωγιάτες. Εντός, αλλά και εκτός του χωριού υπάρχουν πολλά ξωκλήσια και μικρά εικονοστάσια, δείγμα της λατρείας και της πίστης των ανθρώπων προς το Θεό. Τα περισσότερα εξ' αυτών κρύβουν πολύ παλιές τοιχογραφίες και εικόνες. Ένας περίπατος στο βουνό και στα πέριξ θα σας φέρει στο νου την ιστορία αυτού του τόπου.  Σε απόσταση 10 χλμ. από τους Πάδες και 46 χλμ  από την Κόνιτσα και αφού περάσουμε την απόκρημνη διάβαση της Σκάλας φτάνουμε στα  Άρματα. Το χωριό είναι κτισμένο στα 1030μ. στις  πλούσιες σε νερά και κατάφυτες με μαυρόπευκα πλαγιές της κορυφής Σμίλιανος  του Σμόλικα. Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνται με την υλοτομία και με την οικόσιτη κτηνοτροφία, ενώ ξακουστά είναι τα κηπευτικά προϊόντα που παράγονται στα κηπάρια γύρω από το χωριό. Παλιότερα εντοπίστηκαν εδώ κοιτάσματα χαλκού και άλλων μεταλλευμάτων που μέχρι σήμερα παραμένουν στα σπλάχνα της γης. Το πιο αξιόλογο μνημείο είναι ο Ναός του Αγίου Νικολάου με χιονιαδίτικες τοιχογραφίες.

Τελευταίος σταθμός της διαδρομής στα χωριά της λάκκας Αώου είναι το Δίστρατο, το οποίο είναι κτισμένο σε υψόμετρο 1000 μ. στις νοτιοδυτικές πλαγιές της πυκνοδασωμένης Βασιλίτσας (υψ. 2248μ.) και απέχει 55 χλμ από την Κόνιτσα. Το χωριό αποτελείται από τρεις συνοικίες και παρόλο που κάηκε κατά την περίοδο της Κατοχής, παραμένει μια καλά οργανωμένη ορεινή κοινότητα με αρκετούς κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται με τη δασοπονία και τον τουρισμό.  Το παλιό βλάχικο όνομα του χωριού ήταν Μπριάζα  μέχρι το 1928. Κατά την Επανάσταση του 1821, αρκετοί κάτοικοι του χωριού πολέμησαν στο Μεσολόγγι, ενώ το 1878 επίσης συμμετείχαν στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο.

Κατά τον πόλεμο του '40, στις 2 Νοεμβρίου 1940 οι Ιταλοί κατέλαβαν προσωρινά το Δίστρατο και κάποιοι κάτοικοι ακολούθησαν τον ελληνικό στρατό που υποχωρούσε. Το χωριό πυρπολήθηκε δυο φορές από τους Γερμανούς το 1943 και το 1944. Απώλειες υπέστη το χωριό και κατά τα χρόνια του Εμφυλίου. Λόγω της γειτνίασής του με το χιονοδρομικό κέντρο της Βασιλίτσας, το Δίστρατο αρχίζει να αναπτύσσεται τουριστικά και να αποτελεί ιδιαίτερο προορισμό για τους λάτρεις της φυσικής άγριας ομορφιάς.

 Όσον αφορά την χλωρίδα της περιοχής στη Λάκκα Αώου, αυτή ποικίλει ανάλογα με το υψόμετρο, ξεκινώντας από τον ποταμό Αώο μέχρι και την κορυφή του Σμόλικα. Στην περιοχή γύρω από το ποτάμι θα συναντήσετε δάση από πλατάνια και ιτιές τα οποία προσφέρουν δυνατότητες αναψυχής και ξεκούρασης. Ανεβαίνοντας προς τα χωριά μπορεί κανείς να δει ότι στην περιοχή τα παλιότερα χρόνια υπήρχαν αμπελώνες οι οποίοι έδιναν τα σταφύλια για το εξαιρετικό κρασί της περιοχής.

Γύρω από τα χωριά ευδοκιμεί μαύρη πεύκη και ελάτη και λίγο ψηλότερα, ανεβαίνοντας προς το Σμόλικα, θα συναντήσουμε και δάση λευκόδερμης πεύκης (ρόμπολου). Επίσης, συναντούμε και άλλα είδη σε μικρότερο βαθμό όπως κέδρους, βελανιδιές κ.α. Μέσα στα χωριά υπάρχουν πολλά μεμονωμένα καρποφόρα δέντρα ή θάμνοι όπως κρανιές, καρυδιές, κορομηλιές, δαμασκηνιές, βατομουριές, αχλαδιές, μηλιές και φουντουκιές.

Για τους φυσιολάτρες και γνώστες των βοτάνων και των σπάνιων λουλουδιών, η περιοχή του Σμόλικα διατίθεται για την εξερεύνηση των σπάνιων αυτών ειδών, τα οποία είναι αμέτρητα, αλλά και των μανιταριών, αρκεί να τα αναζητήσετε την κατάλληλη εποχή. Χαρακτηριστικά ήδη είναι το βαλσαμόχορτο και το ευωδιαστό τσάι του βουνού.

LakkaaoooLakkaaoooLakkaaoooLakkaaoooLakkaaoooLakkaaooo