Το νησί κουβαλά μια κραυγή

[ Μπρικένα Γκίστο / Ελλάδα / 15.07.17 ]

 Ένας κόμπος. Από εκείνους που σου κόβουν την αναπνοή, σου καίνε το λάρυγγα, δημιουργούν ένα φράγμα κι η ανάσα δεν φτάνει. Μόνο όταν ξεκινούν να κυλούν δάκρυα ολοκληρώνεται η αναπνευστική διαδικασία. Οξυγόνο. Υδρογόνο 2 Οξυγόνο. Πολύ. Πρόσφατα έμαθα πως ο ήλιος χαλαρώνει τους μύες. Φοράω βιαστικά το μαγιό. Φεύγω.

Ο αέρας σε περικυκλώνει, σε κυριεύει, σε καθοδηγεί, σε σπρώχνει να κάνεις βήμα μπροστά, αλλά ποτέ δε σε ρίχνει πίσω. Το σώμα αντιστέκεται. Γέρνεις ελαφριά μπροστά, κλείνεις τα μάτια να αποφύγεις την άμμο. Περπατώ, όχι μόνη πια. Η γη κάποιες φορές στιβαρή σε κρατά στη ζωή, κι άλλες πάλι σε ρουφά. Ξαπλώνω. Σε γαληνεύει, σε ηρεμεί, μπορεί όμως και να σε πνίξει. Έτσι είναι η θάλασσα. Αφήνεις το σώμα, σε αγκαλιάζει σφιχτά.

Ανοίγω τα μάτια, κοιτάω ψηλά κι έχω την ψευδαίσθηση πως βρίσκομαι με ορθάνοιχτα χέρια δίπλα σε ένα σύννεφο. Εκεί βρίσκονται οι άνθρωποι. Άνθρωποι που έζησαν μια ζωή σκυφτή, μια ζωή κρυφή. Μάτια που είδαν κι έκλεισαν. Όλοι είδαν, μα κανείς δεν ήξερε. Όλοι ήξεραν, μα κανείς δεν έβλεπε.

Το νησί που αργεί να κοιμηθεί. Αργεί να ξυπνήσει. Αργεί, απ’ τη δίνη να βγει. Το νησί που κουβαλά μια κραυγή. Μια κραυγή που συσσωρεύεται και ποτέ δεν θα βγει, προσπαθεί να κρυφτεί. Εκεί που τελειώνει η γη, ξεκινά το νησί. Αιωρούμενο σώμα προσπαθεί να ριζώσει στο χώμα.