Το «ευχαριστώ» που άκουσε και το βουνό

[ / Ελλάδα / 16.05.17 ]

Έφτασα στην παραλία και τρέχοντας βούτηξα. Κολύμπησα τόσο και έπαιξα τόσο με τη θάλασσα μέχρι που μου κόπηκαν τα πόδια και σούφρωσαν τα δάχτυλά μου. Βγήκα κι έπεσα ξερή στην άμμο σαν ναυαγός που πάλευε μερόνυχτα με τα κύματα. Ίσως και να με πήρε ο ύπνος, ξύπνησα απ’ τη ζέστη, έβαλα το κόκκινο φακιόλι μου και πήγα να περπατήσω κατά μήκος της παραλίας κι έλεγα, «ευχαριστώ, ευχαριστώ» ξανά και ξανά κι αυτή η λέξη που κάποτε δεν μπορούσα να την πω, μου άρεσε τόσο και με δυνάμωσε τόσο που νόμισα με μιας ότι περπατώντας κατά μήκος της παραλίας θα φτάσω ως την πατρίδα μου.

Ξαφνικά, έτρεξε στο δρόμο μου μια μισοντυμένη κυρία, σχεδόν στην ηλικία μου, σας παρακαλώ, μου λέει, μπορείτε να με βοηθήσετε, έχω το αυτοκίνητό μου στο δάσος, αλλά ένας γύφτος με πήρε από πίσω και με περιμένει, είναι και γυμνός, να με συνοδέψετε ως το αυτοκίνητο, μπορεί να μου επιτεθεί. Τη συνόδεψα και την έβαλα στο αυτοκίνητο και μετά έπιασα κουβέντα με τον επιδειξία που αμήχανος με ρώτησε την ώρα, μετά φόρεσε τη μπλούζα του, ανέβηκε στο φορτηγάκι του, που ήταν γεμάτο παλιατζουρίες και τράβηξε μάλλον για τις γειτονιές.

Όταν επέστρεψα στη βάση μου, είχε καθίσει δίπλα μου ένα ζεύγος υπερηλίκων και σε λίγο μας την έπεσαν και οι κατασκηνώσεις (αυτή η μάστιγα!). Ο κύριος άρχισε τη γκρίνια για τα σμήνη των παιδιών που θα κατουρούσαν τη θάλασσα και ξέσπασε στην αργοκίνητη σύντροφό του και μετά τσακώθηκε και με μια κυρία που είχε το σκύλο της και κατά πάσα πιθανότητα θα ουρούσε κι αυτός στη θάλασσα. Μπήκα στη συζήτηση και του είπα ότι τα σκυλιά δεν μπορούν να κάνουν ούτε το χοντρό τους ούτε και το ψιλό τους στη θάλασσα, μόνον οι άνθρωποι.

Σε λίγο με περικύκλωσαν ομάδες παιδιών, στρατιωτάκια στη σειρά, με κοιτούσαν και έλεγαν το ένα στο άλλο, «διαβάζει Μίκυ Μάους, διαβάζει Μίκυ Μάους…» και χοροπηδούσαν απ’ τη λαχτάρα της θάλασσας. Ο ομαδάρχης τους, κι αυτός συνομήλικός μου, είπε, ακούστε κανόνες: ούτε τσακωμοί ούτε χειροδικίες. Ξέρετε τι σημαίνει χειροδικία; Ένας πιτσιρικάς είπε, χειρονομία. Όχι, λέει, χειροδικία σημαίνει χτυπήματα. Αλλά και πάλι δεν μπορούσαν να βουτήξουν, έπρεπε να κάνουν παιχνίδια ανταγωνισμού. Αγόρια εναντίον κοριτσιών. Και κέρδιζαν τα κορίτσια κι αυτός έπιανε τότε τα μπράτσα των αγοριών και έλεγε, ε, όχι, ρε, τι τα κάνατε τα ποντίκια σας, σας τα έφαγε η γάτα;

Και μετά, λίγο ο ήλιος, μα πιο πολύ οι φωνές, κουράστηκα, τα μάζεψα και ανηφόρισα το βουνό. Στο ραδιόφωνο άκουσα τον Κόκοτα να τραγουδά τον «Τρελό» και τον Χαλκιά τη «Φάμπρικα» και θυμήθηκα τον πατέρα μου που, ηλιοκαμένος απ’ την οικοδομή, έπινε τον απογευματινό του καφέ στο μπαλκόνι, και στο αυτοκίνητό του, ένα γαλάζιο Datsun, σαν του παλιατζή έβαζε να παίξουν εκείνες οι πρώτες μεγάλες κασέτες μ’ αυτά τα τραγούδια και γέμιζε η αυλή μας τραγούδια και μόλις τελείωνε η κασέτα, μου έλεγε, πήγαινε παιδάκι μου και βάλτο από την αρχή. Και σκέφτηκα ότι όλα αυτά και άλλα τόσα είναι δικά μου και δεν θα μου τα πάρει ποτέ κανένας και είπα και πάλι «ευχαριστώ, ευχαριστώ», τόσο δυνατά που μ’ άκουσε και το βουνό.