Τα σχισμένα λάβαρα των ηττημένων

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 13.02.18 ]

Η πρώτη σχετική ανάμνηση ήταν από το νηπιαγωγείο. Να αναστενάζω κρυφοκοιτάζοντας κάποια συμμαθήτριά μου, ενίοτε δε παραπάνω από μία. Απ’ όπου προήλθε η γνωστή έφεσή μου στις ζεστές, στις κρύες, στις κατά πρόσωπον, στις τηλεφωνικές, στις μεταφερόμενες απ’ άλλον, στις εύσχημες, στις απροσχημάτιστες χυλόπιτες, που άλλοτε δεν μου κόστισαν καθόλου, άλλοτε με πλήγωσαν βαθιά και σε κάποιες περιπτώσεις με πήραν και με σβάρνισαν στους τοίχους. Οπότε έχω κάθε λόγο να μακαρίζω τον εαυτό μου τώρα που λόγω ηλικίας νιώθω να κλείνει σιγά σιγά ο κύκλος για να ξαναγυρίσω στην προνηπιακή αφέλεια, χωρίς τα πονηρά κρυφοκοιτάγματα του παρελθόντος και με όλους τους αποδώ και πέρα αναστεναγμούς να αφορούν μόνο τα ρευματικά, την κούραση και τα επαγγελματικά μου άγχη. Και αν κάτι μου λείπει απ’ όλα αυτά είναι η γλυκιά ζάλη του συναισθήματος, η απρόσμενη οικειότητα για ένα ξένο πρόσωπο και κυρίως η γωνία του νηπιαγωγείου όπου για δεκαετίες έβρισκα τον εαυτό μου να λοξοκοιτάει το προσωπάκι της Ματίνας κατά τη διάρκεια της τιμωρίας μου, γιατί χάιδεψα τα μαλλάκια της Αννούλας. Θαρρώ ότι σε εκείνη ακριβώς τη γωνία κατακρημνίστηκε πολλές φορές το αυτάρεσκο εγώ μου, πράγμα που πολύ αργότερα αποδείχτηκε και συνεχίζει ακόμη να αποδεικνύεται εξαιρετικά ωφέλιμο, από υπαρξιακής, πολιτικής και λογοτεχνικής πλευράς.