Τα βασανιστήρια των μικρών Αμίρ...

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Ελλάδα / 04.11.17 ]

 

Διαβάζω πως «Το μοντέλο και ακτιβίστρια κοινωνικών θεμάτων Adwoa Aboah θα είναι το νέο πρόσωπο της διαφημιστικής καμπάνιας για τη νέα σειρά καλλυντικών του Μαρκ Τζέικομπς», και σκέφτομαι πως ο ακτιβισμός πουλάει. Τα ανθρώπινα δικαιώματα πωλούν. Το ίδιο και η φιλανθρωπία των ευαίσθητων κυριών του φιλόπτωχου ταμείου της ενορίας της Νέας Φιλοθέης. Μόνο που η φιλανθρωπία αυτή έχει ειδικά χαρακτηριστικά. Η «φιλία» της, δηλαδή η αγάπη της είναι μεροληπτική, καθώς αγαπάει μόνο τα ελληνάκια, τους «δικούς» κι όχι τους άλλους. Αλλά μια αγάπη που κάνει διακρίσεις, αυτή που διακρίνει τον έλληνα από τον ξένο, τον Αλβανό-λευκό σημαιοφόρο από τον Αφγανό-μελαψό Αμίρ, τον χριστιανό από τον μουσουλμάνο, είναι η αγάπη του ρατσιστή και του φασίστα, είναι η αγάπη που τρέφεται από το μίσος κατά των Άλλων, είναι η μαύρη αγάπη του χρυσαυγίτη.  

Όμως, οι διακρίσεις εμφυλοχωρούν παντού, ακόμα και στους αντιφασίστες και στους αντιρατσιστές. Γιατί ο Αμίρ έχει ένα φίλο, τον Γιάννη, για να δει το πρόσωπό του. Έχει και τον υπουργό και τον πρωθυπουργό! Αλλά ποιον έχει το προσφυγόπουλο που το βράδυ, κάθε βράδυ, χωρίς μουσική υπόκρουση και μελωμένα στιχάκια, χωρίς μιντιακά κύμβαλα και φιλάνθρωπες οιμωγές, πουλάει ό,τι έχει και δεν έχει, το σώμα του και την ψυχή του για πέντε ευρώ; Ας πάει ο υπουργός στο πεδίο του Άρεως να δει ένα βράδυ. Όταν τα φώτα σβήσουν, όταν οι προβολείς της δημοσιότητας κλείσουν, τότε που αρχίζουν τα βάσανα και τα βασανιστήρια των μικρών Αμίρ.

Φοβάμαι ότι η ελληνική κοινωνία στην πλειοψηφία της είναι βαθύτατα ρατσιστική και έτοιμη να δεχθεί τον πολιτικό φασισμό με την ίδια ευκολία που έπαιρνε το καταναλωτικό δάνειο πριν την κρίση για να αγοράσει μια «μπέμπα», με την ίδια ευκολία που πετάει το τσιγάρο καίγοντας το δάσος, με την ίδια άνεση που φοροκλέβει κι ύστερα κατηγορεί την εφορία για ανικανότητα, με την ίδια… άγια επιχειρηματικότητα που εκμεταλλεύεται ικέσιες-ψυχές στα χωράφια δίκην σκλάβων.  

Φοβάμαι και γι’ αυτούς που φωνάζουν: «τον εισαγγελέα! Τον εισαγγελέα!», κι ύστερα αποσύρονται ήσυχοι, όπως εκείνοι που έχουν κάνει το καθήκον τους. Κι αυτό, ενώ η οδύνη των μικρών Αμίρ συνεχίζεται αδιατάρακτη. Ενώ χιλιάδες ασυνόδευτα παιδάκια, όταν δεν πνίγονται στο Αιγαίο, κατακρεουργούνται στα σφαγεία των κυκλωμάτων εμπορίας οργάνων.

Φοβάμαι και τη φιλανθρωπία εκείνη που ακρωτηριάζεται από την ανατρεπτική της δύναμη, όπως στα γκαλά, στις επιδείξεις μόδας και στα «Όλοι μαζί μπορούμε...» των κυριών της Νέας Φιλοθέης, οι οποίες προσφεύγουν στα Ανώτατα Δικαστήρια γιατί τις ενόχλησε το κλάμα ενός προσφυγόπουλου.

Φοβάμαι πως η Ευρώπη των σκλάβων είναι γεγονός. Η κοινωνία δεν είναι πια κοινωνία, αλλά ένας ασύνδετος και άμορφος χώρος, ένα σφαγείο, όπου το αποκτηνωμένο από το φόβο του θανάτου άτομο κανιβαλίζει τον πλησίον του, νομίζοντας πως έτσι θα ξεφύγει από την έσχατη ματαίωση. Όλα παραπέμπουν σ’ εκείνο το «Σφαγείο νούμερο πέντε» του Κερτ Βόνεγκατ, όπου επαναλαμβανόταν συνεχώς η φράση «έτσι πάει». Αλλά όχι, δεν μπορεί άλλο να πάει έτσι. Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζουν σαν δούλοι μήτε σαν κανίβαλοι. Γιατί ο θάνατος του πλησίον μπορεί να μας απελευθερώνει από το βλέμμα του, αλλά συγχρόνως μας ρίχνει στην άβυσσο μιας μαύρης, αμοίραστης, γι’ αυτό ανερωτικής και ανεόρταστης ζωής, μια ζωής που δεν αξίζει να τη ζει κανείς…