Στώμεν άνευ φόβου

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 10.01.17 ]

Μετά φόβου

Ελένη Πριοβόλου,

εκδ. Καστανιώτη,

Αθήνα 2016, σελ. 712

 Εφτακόσιες σελίδες, τρεις μέρες ανάγνωση. Καθ’ όλα ενθαρρυντικό σκορ για την αργαναγνωσία μου, δεδομένου μάλιστα ότι δεν είναι προϊόν εξαναγκασμού ή διεκπεραίωσης – ας το πω κι αυτό: σαράντα με πενήντα οι σελίδες χάριτος που δίνω πλέον σε ένα βιβλίο προτού να το παρατήσω. Το «Μετά φόβου» έστω και αν φέρει αφηγηματικά γνωρίσματα που αποκλίνουν από τις δικές μου θεωρητικές προτιμήσεις, κέρδισε το ενδιαφέρον μου με μια ένταση που την είδα να αυξάνεται από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα.

Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Η μυθοπλασία τοποθετείται σε ένα χωριό κοντά στο Αγρίνιο και διατρέχει μια περίοδο τριάντα σχεδόν χρόνων από το ’16 ως το ’44, οπότε και η ιστορία του τόπου παρουσιάζει τέτοια πύκνωση που όμοιά της δεν θα ξαναβρούμε σε όλη την κατοπινή διαδρομή μέχρι και σήμερα: το κράτος της Θεσσαλονίκης, ο πολιτικός διχασμός, η Μεγάλη Ιδέα, το κομουνιστικό κίνημα, η δικτατορία του Πάγκαλου, η εναλλαγή των κυβερνήσεων, η εξάπλωση του φασισμού, η μεταξική δικτατορία, ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος, η Κατοχή, η αντίσταση του ΕΑΜ. Και παράλληλα: το φεμινιστικό κίνημα, το γλωσσικό ζήτημα, οι απεργιακές κινητοποιήσειςτων καπνεργατών, η ενδυνάμωση της αστικής τάξης, το αντι-αυταρχικό μοντέλο εκπαίδευσης, το βενιζελικό ιδιώνυμο, οι πολιτικές εξορίες στην Ανάφη και στη Γαύδο και πολλά άλλα και πολλά άλλα.

Αναρωτιέμαι πόσες εργατοώρες ιστορικής έρευνας απαίτησε μια τόσο ακριβής, μια τόσο εμπεριστατωμένη, μια τόσο διαφωτιστική αποτύπωση του κοινωνικού και πολιτικού πλαισίου της εποχής εκείνης, αλλά οφείλω να σημειώσω πως από αισθητική άποψη το μόνο που ενδιαφέρει είναι σε ποιον βαθμό τούτη η αποτύπωση υπηρετεί ή ακριβέστερα υποστηρίζει την πρόθεση, τη διαδικασία και το αποτέλεσμα της λογοτεχνικής γραφής. Λέω λοιπόν ότι η ιδιότητα της ιστορικού που για άλλη μια φορά υιοθέτησε σε βιβλίο της (να θυμίσω την Τριλογία των Αθηνών) η Πριοβόλου, δεν ανταγωνίζεται και δεν αποσκεπάζει αλλά υπηρετεί και ακριβέστερα υποστηρίζει την ιδιότητά της ως μυθιστοριογράφου.

Φέρνω στο μυαλό μου άλλα συγγραφικά πονήματα, ανάμεσά τους και κάποια ιδιαίτερα προβεβλημένα – δεν έχει κανένα νόημα να τα ονομάσω. Όπου παγκόσμιοι πόλεμοι διεξάγονται και είναι σαν να μη διεξάγονται. Οι ήρωες διατελούν στη μακαριότητα ενός ήσυχου κατά τα άλλα βίου. Παραδομένοι στα μεγάλα πάθη τους. Και στους ανεκπλήρωτους έρωτές τους. Που δεν φαίνεται να ενοχλούνται διόλου απ’ ό,τι τριγύρω τους συμβαίνει. Ή αν ενοχλούνται, αυτό γίνεται πάντα ξώφαλτσα. Για να επανέλθουν πολύ γρήγορα στα δικά τους.

Στην περίπτωση της Πριοβόλου, το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο δεν είναι άφαντο. Ούτε υπονοούμενο. Ούτε νεκρό. Δεν υπάρχει σαν απλό φόντο. Δεν είναι μόνο για να δημιουργεί ατμόσφαιρα. Ή απλώς για να διευκολύνει τη δράση. Οι ήρωες της Πριοβόλου είναι πολιτικά όντα. Όχι με την στενή έννοια της στράτευσης, αν και ούτε αυτό δεν λείπει (και καλά κάνει που δεν λείπει). Αναφέρομαι στον επικαθορισμό τους, στον ποικιλότροπο προσδιορισμό τους από τα κοινωνικά και πολιτικά τεκταινόμενα. Έτσι που ό,τι σκέφτονται, ό,τι λένε και ό,τι κάνουν να μην είναι προϊόν απλής συνομιλίας του εγώ με τον εαυτό του αλλά το αποτέλεσμα της συναλλαγής, της σύγκρουσης ή της υποταγής του στο κοινωνικό πλαίσιο. Και από την άλλη, αυτές οι σκέψεις, αυτά τα λόγια και αυτές οι πράξεις τους δεν μένουν στον αέρα,δεν είναι μόνο προς ιδία χρήση, αλλά συμμετέχουν στο κοινωνικό γίγνεσθαι, έχουν ένα ορισμένο ιδεολογικό ή πολιτικό αντίκρισμα, στενεύουν ή ευρύνουν, διαιωνίζουν ή παραβιάζουν τα δοσμένα όρια – έστω και κατ’ ελάχιστον.

Ο ήρωας της Πριοβόλου είναι ένα πρόσωπο τραγικό. Καλείται να ορίσει τη ζωή του σε ένα αφιλόξενο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον. Που το αντιμάχεται, επιχειρώντας να το καθυποτάξει. Αλλά έστω και μέσα στην περιορισμένη του ελευθερία, έχει την ευθύνη των επιλογών του. Τούτη τη μάχη των επιλογών δίνει η Αρίστη, κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου. Και τη δίνει σε όλα της τα μέτωπα. Από το ποιον αγαπά μέχρι το πώς ντύνεται και από πώς διδάσκει στους μαθητές της μέχρι το αν βγαίνει βόλτα με το άλογό της. Η πορεία της αφήγησης είναι μια συνεχής τριβή, μια ασταμάτητη μάχη. Όπου υποχωρεί σταδιακά ο αρχικός ρομαντισμός της Αρίστης, αλλά δεν νικιέται. Διατηρείται δικαιωμένος στη συνείδηση του αναγνώστη, κατάγει μικρές μικρές νίκες, υποφέρει από μεγάλες ήττες, αλλά συνεχίζει τον αγώνα του πιο ώριμος. Και εδώ διαπιστώνω μια μικρή διαφορά από κάποιους άλλους ήρωες προηγούμενων βιβλίων της Πριοβόλου (π.χ. Αγγουλές), που από την αρχή μέχρι το τέλος κόμιζαν αναλλοίωτη την υπεροχή του ρομαντικού ιδανικού της. Στην προκειμένη τούς βλέπουμε πιο μικρούς, πιο τρωτούς και κατά συνέπεια πιο αληθινούς. Παρουσιάζουν τις γωνίες, τις αδυναμίες και τα στραπατσαρίσματά τους,χωρίς όμως να χάνουνε την αξιοπρέπεια και την αγωνιστικότητά τους.

Κοντά σε όλα αυτά, προσθέτω σαν βασική αρετή του βιβλίου την πλοκή, που έχει τις κορυφώσεις, έχει τις αναπνοές, έχει τις αναγκαίες αυξομειώσεις στο ρυθμό της, υστερώντας μόνο σε όποια σημεία δείχνει να βιάζεται (π.χ. ο θάνατος της γιαγιάς Λιάδας). Εξίσου σημαντική αναγνωρίζω την πολυεστιακή αφήγηση, που δεν μένει στην οπτική γωνία της ηρωίδας, αλλά αποδίδει τα ίδια συμβάντα από την(πολιτική, ιδεολογική, ηθική κτλ.) θέαση και άλλων προσώπων, έτσι που η αλήθεια να αναφύεται με πολυπρισματικό τρόπο επ’ ωφελεία του αναγνώστη. Να επισημάνω, τέλος, και τις αρετές της γλώσσας, που έστω και αν υπερβάλλει στη χρήση του επιθέτου, ζωντανεύει έναν λεξιλογικό πλούτο της λόγιας, της καθομιλουμένης και της ντοπιολαλιάς με ειλικρίνεια, φυσικότητα και δίχως κανένα ίχνος επιτήδευσης.

Κλείνω. Είπα ευθύς εξαρχής ότι η τέτοιους είδους αφήγηση είναι έξω από τις θεωρητικές μου προτιμήσεις. Τα μεγάλα αφηγήματα, η πολυδαίδαλη πλοκή, η τριτοπρόσωπη αφήγηση, η κατά κανόνα γραμμική διαχείριση του αφηγηματικού χρόνου δεν με θέλγουν αισθητικά. Και όμως εδώ απόλαυσα μια γραφή που κινείται σε πιο συμβατικά, για τα δικά μου γούστα, πλαίσια. Και αυτό εγώ το λέω μεγάλη επιτυχία. Το να καταφέρνει δηλαδή ένα βιβλίο να με ξεκουνήσει από τις αναγνωστικές μου προτιμήσεις και να επιβεβαιώσει ό,τι θα ’πρεπε από καιρό να ξέρω. Πως σε πείσμα των θεωρητικών εμμονών η καλή γραφή υπάρχει σαν καλή γραφή σε όλα τα ρεύματα, σε όλες τις τεχνοτροπίες, σε όλες τις πεζογραφικές αισθητικές, και ως τέτοια πρέπει και να αναγνωρίζεται και να εκτιμάται.