Στο όνομα του Μικέλε από το Ούντινε

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Ελλάδα / 11.02.17 ]

Ποιος νιώθει σήμερα το πάθος ή τα πάθη των άλλων; Κανείς. Ποιος συνταράχθηκε από τη φοβερή πράξη διαμαρτυρίας του Μικέλε από το Ούντινε; Κανένας. Που είναι οι λαοθάλασσες στις λεωφόρους που θα εξαλείψουν το όνειδος, ενός πολιτισμού που σκοτώνει τα παιδιά του, όχι σε πόλεμο, όπως συνέβαινε αιώνες τώρα, αλλά σε ειρήνη;

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω το γράμμα του Μικέλε από το Ούντινε:

«…αισθάνομαι μια βαριεμάρα και κούραση. Βαρέθηκα να καταβάλλω κάθε προσπάθεια και να μην έχω αποτελέσματα, βαρέθηκα να πηγαίνω σε άχρηστες συνεντεύξεις για να εργαστώ ως γραφίστας, βαρέθηκα να εκφράζω τα αισθήματά και τις επιθυμίες μου για το άλλο φύλο, που προφανώς δεν έχει την ανάγκη μου, κουράστηκα να ζηλεύω, κουράστηκα να προσπαθώ να καταλάβω τι αισθάνεται κάποιος όταν κερδίζει, να δικαιολογώ την ύπαρξή μου όταν δεν μπορώ να την καθορίζω, κουράστηκα να πρέπει να απαντώ στις προσδοκίες όλων χωρίς να έχω ικανοποιήσει ποτές τις δικές μου, βαρέθηκα να χαμογελώ μπροστά στις δυσκολίες, να προσποιούμαι ενδιαφέρον, να τρέφω όνειρα και αυταπάτες, να με κοροϊδεύουν, να με περιθωριοποιούν και να τους ακούω να μου λένε ότι η ευαισθησία αποτελεί μεγάλη ποιότητα. 

Όλα είναι ψέματα…

Αυτός σίγουρα δεν είναι ο κόσμος που έπρεπε να πάρω μέρος και κανείς δεν μπορεί να με εξαναγκάσει να συνεχίζων να παραμένω. Είναι ένας εφιάλτης με προβλήματα, χωρίς ταυτότητα, χωρίς εγγυήσεις, χωρίς σημεία αναφοράς και χωρίς καμία προοπτική…».

Κι όμως, η είδηση του θανάτου του Μικέλε χάθηκε μέσα στην πληθώρα των πληροφοριών, λογοκρίθηκε με το «και τώρα ας αλλάξουμε σελίδα». Έτσι και η έστω στιγμιαία συγκίνηση έμεινε μετέωρη, πομφόλυγας της στιγμής που εξαερώθηκε. Αντί να συνταράξει βαθιά την ύπαρξη, ένα ελάχιστο τικ, μία πρόσκαιρη ψυχολογική τρεμούλα. Κανείς δεν θυμάται, κανείς δεν μιλά, κανείς δεν γράφει για το πρεκαριάτο, για την επισφαλή εργασία, για την ανεργία των νέων από 19 μέχρι 34 χρόνων, για τα ντελίβερι-μπόις με μεταπτυχιακό, για τα παιδιά που βολοδέρνουν μες στους πέντε δρόμους, για τα χαμένα τους όνειρα, για τις καμένες τους ψυχές. Κανείς, κανείς… Παροξυσμός της αδιαφορίας. Νέοι που κρίνουν πλέον άσκοπο να αναζητούν, να διεκδικούν, να αγωνίζονται. Γιατί δεν έχουν πια έναν «τόπο» που να μετουσιώνει την απελπισία τους, που να κάνει «όπλο» την οργή τους και μέσα από τη συνάντηση και τη συντροφικότητα να τους δίνει ξανά σκοπό, αυτόν της αλλαγής του κόσμου-δολοφόνου και του πολιτισμού-φονιά του. Τα συνδικάτα εξωνημένα. Τα πολιτικά κόμματα πουλημένα. Τίποτα. Και οι γονείς θάβουν τα παιδιά τους, όπως τα σκυλιά τους.

«Η γενιά μου θα εκδικηθεί…» γράφει ο Μικέλε από το Ούντινε, αλλά αναρωτιέμαι πώς; Αυτό το σύστημα όλα τα ενσωματώνει, όλα τα κάνει εμπόρευμα, θέαμα και κέρδος. Έλεγα κάποτε πως μόνο ο θάνατος δεν είναι δυνατόν να αφομοιωθεί από το σύστημα του θεάματος. Αλλά να, ότι δεν μπορούν να εξαφανίσουν δια της οικειοποίησης, το καθιστούν αόρατο, το απομονώνουν, το τρελαίνουν κι ύστερα το πεθαίνουν. Γιατί όποιος ακόμη μπορεί να αγωνιστεί, να φωνάξει: «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέηκ», εξαφανίζεται. Ό,τι διεκδικεί την περηφάνια του πεθαίνει μαρτυρικά και χάνεται σαν μην υπήρξε ποτέ…  

Ζούμε τον θάνατο των συγκινήσεων. Δεν έχουμε δει ακόμη «σέλφι» με νεκρούς, ίσως γιατί είμαστε ήδη όλοι «ζωντανοί νεκροί», χωρίς αισθήματα και συναισθήματα. Δεν ζούμε πλέον το γεγονός της ζωής ως δρώντες αλλά ως θεατές. Ακόμη και τον ίδιο μας τον εαυτό τον βλέπουμε απ’ έξω με την ψυχρή ουδετερότητα του φωτογράφου και του κινηματογραφιστή. Δεν ενοχλούμαστε πια από τις τραγωδίες, εκτός κι αν συμβούν στο σπίτι τους. Τώρα που το σκέφτομαι ούτε καν στο σπίτι μας. Οι ηθικές βάσεις της ανθρώπινης δέσμευσης λείπουν, δεν μας αφορά αυτό που συμβαίνει στους άλλους, ούτε στους κοντινούς μας, ούτε στα παιδιά μας. Ναι ούτε καν στα ίδια τα παιδιά μας. Είμαστε όλο και πιο άγριοι στις σχέσεις μας. Γι’ αυτό η βία, γι’ αυτό η ελκυστικότητα της ακροδεξιάς και των ρατσιστών. Η Αριστερά χάθηκε μες στον απότομο πλουτισμό, όπως ο απεργός πείνας που πεθαίνει όταν εξαναγκάζεται να λάβει απότομα πολύ τροφή. «Πέθανε» από ξαφνική ευμάρεια και οξεία εγωπάθεια η Αριστερά. Σάπισε από υπερβολικό εαυτό και το ναρκισσισμό των μικρών διαφορών… Γι' αυτό πρέπει να ξαναγεννηθεί στο περιβάλλον των διαχρονικών της αξιών... Στο όνομα του Μικέλε από το Ούντινε.