Στο εφημερεύον νοσοκομείο

[ Ευσταθία Ματζαρίδου / Ελλάδα / 19.04.17 ]

 

Στο εφημερεύον νοσοκομείο. Για εισαγωγή. Όχι δική μου, αλλά δικού μου και μονάκριβού μου. Στα επείγοντα για καρτέλα. Τα ασθενοφόρα αδειάζουν αιμορραγίες, ακρωτηριασμούς, εγκεφαλικά, εμφράγματα. Στα καθίσματα υπέρβαροι υπερήλικες με υποστηρίγματα ή σκελετωμένοι με χέρια και πόδια φλέβες, ατέλειωτα μελανά μονοπάτια, και μια πέτσα σταφιδιασμένη, γεμάτη καφετιές πιτσιλιές. Μαλλιά δεν υπάρχουν. Ποιος είναι πια ο ρόλος τους; Ένας αγέρωχος γέρος, ασυνόδευτος, ξαπλωμένος στο φορείο, κρατάει σφιχτά το κινητό στα χέρια του και καλεί, το πόδι του, κομμένο από το γόνατο, αιωρείται σαν να χαιρετά. Μια χοντρή τσιγγάνα γιαγιά, θα είναι δεν θα είναι πενήντα, πιάνει δύο καθίσματα και τα σκουλαρίκια της ασορτί με τα χρυσά της δόντια πάνε και έρχονται με κάθε αναστεναγμό. Τα πιτσιρίκια της οικογένειας-γιατί οι τσιγγάνοι πηγαίνουν στα νοσοκομεία σύσσωμοι- παίρνουν το καρό μαυρόασπρο πουκάμισο του παππού, περνούν από ένα χέρι στο κάθε μανίκι και κουμπώνουν το πουκάμισο, κι έτσι ένα σώμα με δύο κεφάλια και τέσσερα πόδια περιφέρονται στους διαδρόμους, ανεβοκατεβαίνουν με το ασανσέρ, στέκονται μπροστά στις αυτόματες πόρτες και πότε μπαίνουν και πότε βγαίνουν, μοιράζοντας ασπρόμαυρα χαμόγελα σε ανθρώπους που δεν μπορούν να ανταποδώσουν κανένα χαμόγελο, γιατί ξέρουν ότι εδώ μέσα ο θάνατος είναι επιδέξια κρυμμένος πίσω από ξεφτισμένους τοίχους, αναπηρικά καροτσάκια, μέσα σε φιάλες οξυγόνου και ορού. Καραδοκεί πάντως να αρπάξει κάποιον. Ίσως αυτόν που η γραμματέας φωνάζει ότι περιμένει να έρθει με έμφραγμα, που ούτε αυτός, λέει, δεν ξέρει ότι το έχει και γι’ αυτό δεν μπορεί να δώσει καμιά προτεραιότητα σε όποιον βιάζεται, θα τηρείται αυστηρά η σειρά. Ο μονάκριβός μου σφίγγεται, τον ενοχλεί το στομάχι του, τον έπιασε και το κεφάλι του, δεν αντέχει και το ακρωτηριασμένο πόδι, ούτε και το θόρυβο των φορείων ούτε και την αιμοληψία ούτε και τον ορό, τίποτα από όσα είναι κόντρα στη νιότη, στη χαρά, στη ζωή. Κι επειδή όλο αυτό είναι κολλητικό σαν το χασμουρητό, είμαστε όλοι κατηφείς και πονεμένοι. Και λέμε μόνο ο ένας τον άλλον: υγεία, μόνο υγεία.

 Έχουμε τελειώσει τη διαδικασία εισαγωγής και μόλις βγαίνουμε έξω, κατεβαίνοντας τα σκαλιά, μας αρπάζει από τη μύτη η ανθισμένη νεραντζιά, βλέπουμε την καντίνα και θέλουμε τυρόπιτα, φτάνουμε στο πάρκιγκ και δίπλα στο σαραβαλάκι μας υπάρχει ένα απαστράπτον όχημα και λέμε με μια φωνή: ένα καινούργιο αυτοκίνητο, ρε γαμώτο, επειγόντως.