Σκαψίματα

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 05.12.17 ]

Υποθέτω ότι είναι ακόμη εκεί. Στο κοίλωμα της διαβρωμένης πλαγιάς. Όπου μια αλεπού είχε τη φωλιά της, κι οι αγριομέλισσες γέμιζαν τις κερήθρες τους με θυμαρίσιο μέλι. Ανάμεσα στις πυκνές ακακίες, στα πουρνάρια και τους θάμνους. Μικροί όταν ήμασταν παίρναμε αξίνες και κασμάδες. Και τακ-τακ-τακ αντηχούσε ο υπόκωφος ήχος στο αποκάτω πλατανόδασος. Όση ώρα σκάβαμε για να ανοίξουμε δίοδο για το παλάτι ή για τον τάφο του Αλέξανδρου. Και τους ανεκτίμητους θησαυρούς, τα αρχαία αγάλματα, τους χρυσούς θρόνους και τις ασημένιες υδρίες που ήμασταν σίγουροι ότι θα βρίσκαμε εκεί μέσα. Για να γλιτώσουμε μια και καλή από τα καπνά και τις ντομάτες και να κάνουμε το κομμάτι μας στα κορίτσια που δεν μας δίνανε καθόλου σημασία. Αλλά όπως συμβαίνει σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ύστερα από λίγο βαρεθήκαμε και αφήσαμε στη μέση τις ανασκαφές μας.

Έχω λοιπόν βάσιμους λόγους να πιστεύω ότι είναι ακόμη εκεί. Στο κοίλωμα της διαβρωμένης πλαγιάς. Όπου μια αλεπού είχε τη φωλιά της, κι οι αγριομέλισσες γέμιζαν τις κερήθρες τους με θυμαρίσιο μέλι. Κάποιες φορές μάλιστα που ακούω το υπόκωφο τακ-τακ-τακ του πληκτρολογίου φαντάζομαι τον εαυτό μου με μια αξίνα και έναν κασμά στο χέρι. Οι άλλοι έχουν κατέβει για μπάλα στο πλάτωμα του δάσους. Αλλά εγώ πρέπει να ανοίξω μια δίοδο για τους θαμμένους θησαυρούς που περιμένουν. Και ας το ’χω ψυλλιαστεί από την πρώτη ακόμη φορά που το ’δα. Από κάνα βουλγάρικο χαμόσπιτο, ίσως και τούρκικο μαντρί το τοιχίο που γκρεμίζω.