Σβουνιά

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 08.02.17 ]

Είναι αλήθεια ότι βιάστηκε λιγάκι. Αλλά πατημένα τα ογδόντα πέντε η μάνα του. Δεν είχε πολλά ψωμιά ακόμη. Πήρε το πινέλο και έγραψε «ΔΙΔΕΤΑΙ ΠΡΟΣ ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΗ». Σαν το ’μαθε η γριά, βρήκε φρέσκια κοπριά αγελάδας και σοβάτισε το πωλητήριο του γιου της. Έκανε πίσω αυτός, να μην τη στεναχωρήσει κι άλλο. Κι ας τον πίεζε στενά η γυναίκα του. Να φύγει το παλιόσπιτο από πάνω τους.

Στα σαράντα της μάνας του πήρε αμέσως λάστιχο και σκούπα. Κι όσο έτριβε την κολλημένη κοπριά από τον τοίχο ένιωθε τα τρίμματα να πέφτουν πάνω στα μαλλιά του. Καλοκαίρι καιρός, λες κι ήτανε χιονόνερο. Ένα σύγκρυο τον διαπέρασε. Πήγε μετά και έκανε καυτό μπάνιο. Να καθαρίσει από τη βρόμα.

Τελικά, το ’δωσε αντιπαροχή. Έξι πατώματα σηκώθηκαν στη θέση του. Κρατάει τώρα ολόκληρο όροφο. Ευχαριστημένη κι η γυναίκα του. Κάθονται τα βράδια και βλέπουν τηλεόραση μαζί. Ή είναι ο καθένας κολλημένος στον υπολογιστή του. Κάποιες φορές τους πιάνει νοσταλγία για τα παλιά. Που ήταν όλα τόσο ωραία, τόσο απλά. Σε αυτό συμφωνούν κι οι δυο τους.