Πέθανε ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν των Ρευστών Καιρών

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Κόσμος / 09.01.17 ]

Την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 91 ετών, άφησε την Δευτέρα ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές των τελευταίων δεκαετιών, ο Πολωνός Ζίγκμουντ Μπάουμαν, ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λιντς.

Ο Μπάουμαν, γεννημένος στο Πόζναν της Πολωνίας, είναι ένας από τους πιο επιφανείς θεωρητικούς της κοινωνιολογίας παγκοσμίως, συγγράφοντας για ποικίλα θέματα, όπως "Νεωτερικότητα και το Ολοκαύτωμα", "Μεταμοντέρνος καταναλωτισμός και ρευστή νεωτερικότητα".

Πολέμησε ενάντια στους Ναζί μέσα από τον πολωνικό στρατό, από τον οποίο αποστρατεύτηκε μετά τον πόλεμο εξαιτίας της αντισημιτικής εκκαθάρισης. Επηρεασμένος από τον Μαρξ και τον Βέμπερ, αλλά και τους Αντόρνο, Καστοριάδη και Λεβινάς, μελέτησε εμβριθώς τη ρευστότητα της ανθρώπινης ταυτότητας, το Ολοκαύτωμα, το φαινόμενο του καταναλωτισμού και την παγκοσμιοποίηση.

Ο Μπάουμαν στο βιβλίο του «Ρευστοί Καιροί» αναφέρεται στο μεγάλο σημερινό πολιτικό παράδοξο που είναι η «εύρεση τοπικών λύσεων σε παγκόσμια δημιουργημένα προβλήματα». Η κόλαση είναι εδώ, σημειώνει, καθώς «οι πόλεις έχουν καταστεί χωματερές για παγκόσμια δημιουργημένα και κυοφορούμενα προβλήματα». Που λοιπόν είναι ο τόπος όπου θα λάβει χώρα η σύγκρουση; Η ανικανότητα της πολιτικής να λύσει το πρόβλημα επιχειρείται να καλυφθεί με τη «δημόσια επίδειξη δύναμης και ρητορικών παλικαρισμών, που τείνουν να είναι πιο δυναμικοί και ηχηροί όσο πιο δύσμοιροι και με μικρή επιρροή είναι οι ίδιοι οι πολιτικοί». Και τι προτείνει ο Μπάουμαν; Να βρούμε σε τοπικό επίπεδο ρωγμές(κάτι σαν παραδείσιες νησίδες) και να επιχειρήσουμε να ζήσουμε εκεί όλοι μαζί. Και τούτο γιατί οι άνθρωποι είναι «ανυπεράσπιστοι απέναντι στην παγκόσμια δίνη (και) κρατιούνται πιο σφιχτά από τους εαυτούς τους» δηλαδή από το τοπικό, εκεί που έμαθαν να βρίσκουν την ταυτότητά τους και τα νοήματα της ζωής τους. Γι’ αυτό και η πολιτική θα έχει ως επίκεντρο την τοπικότητα.

Ο Μπάουμαν δεν προτείνει την προσαρμογή στην υπάρχουσα κόλαση που βιώνουμε(είτε ως μετανάστες είτε ως υποδοχείς μεταναστών και της μεταξύ μας σύγκρουσης) αλλά την προσπάθεια ανίχνευσης «ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο»(Ίταλο Καλβίνο, «αόρατες πόλεις»).

Ο Μπάουμαν προτείνει να μάθουμε να ζούμε το πρόβλημα της σύγχρονης μετανάστευσης, που δημιουργεί τις «ρευστές πόλεις», διαμορφώνοντας ένα mondus vivendi μεταξύ γηγενών και μεταναστών, έναν τρόπο να ζούμε μαζί(μεικτοφιλία). Να μάθουμε να συνυπάρχουμε δηλαδή με τους Άλλους.

Η κριτική που ασκήθηκε στον Μπάουμαν είναι πως το «συνείναι» μεταξύ γηγενών και μεταναστών, όπως το προτείνει, έχει λογοτεχνική αξία αλλά όχι πολιτική. Είναι δηλαδή εντελώς θεωρητικό και άτοπο καθώς δεν συστήνει τη λύση των αιτιών, αφού η επίλυσή τους σε τοπικό επίπεδο είναι αδύνατη χωρίς την παράλληλη επίλυση σε παγκόσμιο. Με άλλα λόγια, στη σημερινή μεταβατική εποχή απαιτείται μία πολιτική δράση(σύγκρουση) σε παγκόσμιο αλλά και σε τοπικό επίπεδο. Ποιες είναι οι αντιθέσεις και ποιοι τις εκφράζουν σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο; Ποια είναι η κυρίαρχη αντιπαράθεση; Απέναντι στην παγκόσμια ελίτ, που δεν έχει δεσμό με κανέναν τόπο, βρίσκονται οι μετανάστες, οι ανέστιοι, οι ομοίως άτοποι, αλλά ξεριζωμένοι. Οι πρώτοι, ο πλανητικές ελίτ, ριζώνουν παντού, οι δεύτεροι δεν αφήνονται να ριζώσουν πουθενά. Αυτά είναι τα δύο μέρη της σύγκρουσης, με τους εκατέρωθεν συμμάχους αλλά και τους ουδέτερους. Κι αυτή η σύγκρουση έχει ξεκινήσει, διαχεόμενη παντού, σε ολόκληρο τον πλανήτη, από την Αφρική ως το Μεξικό και από την Ινδία ως τη Συρία, χωρίς όμως πολιτικά χαρακτηριστικά, χωρίς δηλαδή το αδύναμο μέρος να αποκτήσει αυτοσυνείδηση ότι εκφράζει το μέλλον! Απαιτείται συνεπώς μία παράλληλη και συγχρονική πολιτική δράση σε παγκόσμιο αλλά και σε τοπικό επίπεδο. Αυτά δεν τα λέει ο Μπάουμαν, αλλά εμείς, σπρωγμένοι σε συλλογισμούς από τη σκέψη του.