Ο Μαρξ του Αλτουσέρ

[ Παναγιώτα Ψυχογιού / Ελλάδα / 01.01.16 ]

Louis Althusser

Για τον Μαρξ

Μετάφραση: Τάσος Μπέτζελος

Πρόλογος: Étienne Balibar

Επίμετρο: Παναγιώτης Σωτήρης

ΕΚΔ. Εκτός γραμμής 2015

Ο Αλτουσέρ προώθησε ένα από τα σημαντικότερα εγχειρήματα ριζικής αναθεμελίωσης του μαρξισμού κατά τον 20ό αιώνα, στους αντίποδες του «σοβιετικού μαρξισμού» τόσο της σταλινικής όσο και της μετασταλινικής περιόδου. Επιχείρησε μια νέα ανάγνωση του Μαρξ σε ρήξη με κάθε ανθρωπιστική ερμηνεία του, υποστήριξε ότι ο μαρξισμός δεν είναι μια νέα φιλοσοφία αλλά μια νέα πρακτική της φιλοσοφίας, επεξεργάστηκε μια νέα θεωρία και έννοια της ιδεολογίας, και έθεσε επιτακτικά, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, το ζήτημα της κρίσης του μαρξισμού ως ευκαιρίας για μια επαναστατική ανανέωση του ίδιου του μαρξισμού.

Τα δύο πιο γνωστά του έργα, το «Για τον Μαρξ» και το «Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο» (με τη συνεργασία των Ζακ Ρανσιέρ, Πιερ Μασερέ, Ετιέν Μπαλιμπάρ και Ροζέ Εσταμπλέ), εκδόθηκαν την ίδια χρονιά, το 1965, και υποδείκνυαν μια νέα ανάγνωση των κλασικών κειμένων του μαρξισμού. Σε αυτά τα κείμενα ο Αλτουσέρ εισηγείται την έννοια της «επιστημολογικής τομής» στο έργο του Μαρξ, δηλαδή το γεγονός ότι η ανάλυση του Μαρξ συγκροτείται ως επιστημονική θεωρία μετά το 1845, ενώ υποστηρίζει και ότι ο ιστορικός υλισμός είναι ασύμβατος με τον «θεωρητικό ανθρωπισμό» που υποστήριζε ο επίσημος μαρξισμός της περιόδου.

Σύμφωνα με τον Αλτουσέρ, κάθε κοινωνικός σχηματισμός καθίσταται ιδιαίτερος και διακριτός μέσω της καθοριστικής επίδρασης της δεσπόζουσας δομής του, η οποία μπορεί να είναι η οικονομία, η πολιτική, η θρησκεία κ.ά. Ομως ο τελικός καθορισμός παραμένει στην οικονομική δομή, η οποία καθορίζει ποια από τις άλλες δομές  θα είναι κυρίαρχη. Ορμώμενος από τη διατύπωση του Ενγκελς για την επίδραση της βάσης σε «τελική ανάλυση» πάνω στο εποικοδόμημα, ο Αλτουσέρ τονίζει ότι δεν υπάρχει ιστορικό γεγονός που να δείχνει την απόλυτη επίδραση της οικονομίας πάνω στις άλλες πλευρές της κοινωνικής ζωής.

Για τον Αλτουσέρ «Το Κεφάλαιο συνιστά την έμπρακτη θεμελίωση ενός νέου επιστημονικού κλάδου, την έμπρακτη θεμελίωση μιας επιστήμης  (…) που ρίχνει στην προϊστορία της την κλασική πολιτική οικονομία».Το ζητούμενο της προσέγγισής του ήταν η αποσαφήνιση του θεωρητικού αντικειμένου του Μαρξ (που είναι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής ως ιστορικά ιδιαίτερη κοινωνικοοικονομική δομή), σε αντιπαράθεση με τα «περιγραφικά» α-θεωρητικά αντικείμενα άλλων ρευμάτων οικονομικής σκέψης.

Ο Μηλιός ισχυρίζεται ότι στο έργο του Αλτουσέρ έχουμε την έννοια της ρήξης, τη διαδικασία χωρίς υποκείμενο. Γιατί διαμέσου της κριτικής που ασκούσε ο Αλτουσέρ στην έννοια της εκφραστικής ολότητας, δηλαδή της κριτικής στην αντίληψη ότι υπάρχει μια καταστατική αρχή μέσα στην κοινωνία η οποία αντανακλάται σε όλες τις περιοχές του κοινωνικού, της κριτικής στη με αυτόν τον τρόπο ερμηνεία του καθορισμού από το οικονομικό στοιχείο συντελέστηκε μια απελευθέρωση για την κοινωνιολογική και ανθρωπολογική έρευνα, γιατί εφεξής μπορούσαμε να πάρουμε σοβαρά υπόψη κάθε περιοχή του κοινωνικού με τη δική της λογική.

Η θέση του είναι ότι «η κατηγορία του ανθρώπου δεν παίζει κανένα θεωρητικό ρόλο στο έργο του Μαρξ». Ο Αλτουσέρ σημειώνει ότι στη Γερμανική Ιδεολογία, το 1845, ο Μαρξ διέρρηξε τους δεσμούς του με αυτή την ανθρωπιστική προβληματική σχετικά με την αδιαφοροποίητη ανθρώπινη ουσία και την αλλοτρίωση. Η ρήξη αυτή με κάθε θεωρία που ανάγει την ιστορία και την πολιτική στην ουσία του ανθρώπου, σηματοδοτεί με ριζικό τρόπο την εξέλιξη της σκέψης του. Η θεωρητική αυτή ρήξη αντανακλάται  πρώτον, στη συγκρότηση μιας θεωρίας της ιστορίας και της πολιτικής που βασίζεται σε ριζικά νέες έννοιες: «τον τρόπο παραγωγής, τον κοινωνικό σχηματισμό, την υποδομή, το εποικοδόμημα, τις ιδεολογίες, τις τάξεις, την ταξική πάλη, κ.λπ.». Δεύτερον, σε μια ριζοσπαστική κριτική των θεωρητικών αξιώσεων ολόκληρου του φιλοσοφικού ανθρωπισμού, και τρίτον, σ’ έναν ορισμό του ανθρωπισμού ως ιδεολογίας.

 Ο Αλτουσέρ υποστηρίζει ότι η κατηγορία του ανθρώπου δεν εμφανίζεται ούτε στα κεντρικής σημασίας κείμενα της μαρξιστικής φιλοσοφίας, ούτε στη μαρξική θεωρία του κοινωνικού σχηματισμού και της ιστορίας. Το ζήτημα δεν είναι ο ανθρωπισμός εν γένει, αλλά η θεωρητική επιδίωξη μιας ανθρωπιστικής σύλληψης που επιχειρεί να εξηγήσει την κοινωνία και την ιστορία θεωρώντας ως σημείο εκκίνησης την ανθρώπινη ουσία, τον ελεύθερο άνθρωπο ως υποκείμενο, ως υποκείμενο ηθικής και πολιτικής δράσης. Ισχυρίζεται ότι ο Μαρξ μπόρεσε να θεμελιώσει την επιστήμη της ιστορίας του ακριβώς επειδή ήρθε σε ρήξη με τις θεωρητικές αξιώσεις κάθε ανθρωπισμού. Γράφει ότι αυτό που καθορίζει έναν κοινωνικό σχηματισμό δεν είναι το φάντασμα της ανθρώπινης ουσίας ή φύσης, δεν είναι ο άνθρωπος, ούτε οι «άνθρωποι», αλλά μια σχέση, η σχέση παραγωγής. Οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής δεν μπορούν να θεωρηθούν αποκλειστικά ανθρώπινες σχέσεις, σχέσεις μεταξύ ανθρώπων. Είναι σχέσεις μεταξύ φορέων παραγωγής, δηλαδή μεταξύ ανθρώπων που έχουν μια συγκεκριμένη λειτουργία στη διαδικασία παραγωγής. Για τον Αλτουσέρ, δεδομένου ότι οι μεμονωμένοι άνθρωποι ενεργούν μέσα και κάτω από τους καθορισμούς των μορφών ιστορικής ύπαρξης των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής και αναπαραγωγής, δεν μπορούν να θεωρηθούν «ελεύθερα και καταστατικά υποκείμενα με τη φιλοσοφική έννοια των όρων». Και με αυτό το δεδομένο, οι άνθρωποι δεν μπορούν να θεωρηθούν, από φιλοσοφική άποψη, ως το Υποκείμενο της ιστορίας. Οι άνθρωποι είναι υποκείμενα μέσα στην ιστορία και δεν αποτελούν τις αποκλειστικές μηχανές της ιστορίας. Η ιστορία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη θέλησή τους, αλλά καθώς αυτοί δρουν μέσα στην ιστορία, ανάλογα με τη δράση τους, αυτή είναι δυνατόν να κινηθεί προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. «Επομένως η ιστορία,» δηλώνει ο Αλτουσέρ, «δεν έχει Υποκείμενο με τη φιλοσοφική έννοια του όρου, αλλά κινητήρια δύναμη: την ίδια την πάλη των τάξεων».  Αυτός που φτιάχνει την ιστορία δεν είναι το άτομο ή το ανθρώπινο είδος εν γένει, αλλά οι μάζες, δηλαδή οι κοινωνικές μορφές που δεσμεύονται στην πάλη των τάξεων.

Η κλασική μαρξιστική θεωρία του κράτους, διακρίνει την κρατική εξουσία από τον κρατικό μηχανισμό, ανάγοντας ως στόχο της πάλης των τάξεων την ανάληψη της εξουσίας και τη χρησιμοποίηση του κρατικού μηχανισμού για ταξικούς σκοπούς με στόχο την προλεταριοποίηση του κράτους μέχρι, τελικά, την κατάργηση κάθε κρατικής εξουσίας. Όμως, ο Αλτουσέρ διαπιστώνει ότι ανάμεσα στην κρατική εξουσία και το μηχανισμό του κράτους και δίπλα στον καταπιεστικό μηχανισμό του κράτους που λειτουργεί με βία και περιλαμβάνει το στρατό, την κυβέρνηση, τη διοίκηση κλπ, λειτουργούν οι Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους, η εκκλησία, το σχολείο, η οικογένεια, το πολιτικό σύστημα, οι νόμοι, τα συνδικάτα, ο πολιτισμός και τα μέσα ενημέρωσης. Οι Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους, οι οποίοι έχουν την ευθύνη να διαμορφώσουν και να διαδώσουν την κυρίαρχη ιδεολογία αποτελούν όχι μόνο αντικείμενο αλλά και πεδίο της ταξικής πάλης.

 Με τις θέσεις αυτές ο Αλτουσέρ θεμελίωσε το μαρξιστικό ρεύμα της γαλλικής «στρουκτουραλιστικής» σχολής, στην οποία εντάσσονται την ίδια περίοδο και οι Λεβί-Στρος, Λακάν, Μπαρτ και Φουκό , Ετιέν Μπαλιμπάρ και Νίκος Πουλαντζάς. Η θέση του σχετικά το «θεωρητικό αντιανθρωπισμό» του Μαρξ δεν αρνείται ότι ο αντικειμενικός στόχος του θεωρητικού και πολιτικού αγώνα του Μαρξ και των μαρξιστών είναι η πλήρης πραγμάτωση του ανθρώπου: «ο στόχος του επαναστατικού αγώνα ήταν πάντα ο τερματισμός της εκμετάλλευσης και συνεπώς η απελευθέρωση του ανθρώπου».