Ο Ανέστης Αναγνώστου

[ Δημήτρης Χριστόπουλος / Ελλάδα / 10.04.18 ]

Τον γνώρισα πιτσιρίκος στα τελευταία του. Θα νόμιζες πως γεννήθηκε για να γράφει. Και να σκεφτείς, μέχρι την τρίτη δημοτικού πρόλαβε να πάει. Δύσκολα χρόνια.

Στο χωριό μας, δεκαετίες προτού, ο Ανέστης Αναγνώστου, γραμματέας της κοινότητας και συντάκτης όλων των επιστολών εντός και εκτός. Για γιους ξενιτεμένους, για άντρες χαμένους, για κόρες παντρεμένες στα ξένα, για ναυτικούς ταξιδεμένους και αταξίδευτους. Όμορφα τα ιστορείς και τα γράφεις, του έλεγαν. Εσύ, Ανέστη μου, συγγραφέας τρανός έπρεπε να γενείς. Κι ο Ανέστης σαν τους παλιούς αλχημιστές ανακάτευε τις γραφές, τα σόγια, τα ονόματα, συγύριζε με το μολύβι τις ζωές, έδινε επικές μάχες και ναυμαχίες με τις λέξεις-στρατιωτάκια, πάντρευε τους λεύτερους, χώριζε τους παντρεμένους, πέθαινε τους ζωντανούς κι ανάσταινε τους πεθαμένους, ώσπου εξαφάνιζε επιδέξια τον εαυτό του, κανέναν να μην κακοκαρδίσει και με τις λέξεις έναν κόσμο πιο δίκαιο καταπώς του φαινόταν να φτιάξει.

Για να ξαποστάσει, δύο με πέντε σιωπηλός την άραζε στο καφενείο και κατέβαζε μοναχός ρακές και ιδέες για τα γράμματα που έπρεπε το απόγευμα να γράψει, ξύνοντας ολοένα την ορφανή από τρίχες κούτρα του. Στην εκκλησιά ποτέ δεν πάτησε το πόδι του, αν και τακτικά σταυροκοπιόταν, και οι συγχωριανοί έλεγαν πολλά πίσω από την πλάτη του, όλο και πιο άσχημα όσο πέρναγε ο καιρός.

Σαν κατάλαβε πως έφτασε και γι’ αυτόν η ώρα, μια μέρα, λένε, που φύσαγε δαιμονισμένα, ζύγιασε τον χαρταετό που από μικρός με τα χέρια του είχε φτιάξει, ανέβηκε με δυσκολία στον Άη Λια και τον πέταξε ψηλά τόσο ψηλά ώσπου χάθηκε από το μάτι. Να σημειωθεί πως μαζί με την καλούμπα αμόλησε και δεκάδες γράμματα που γέμισαν τον ουρανό, μόλις έκοψε το σχοινί.

Και τώρα που σπάω το κεφάλι μου με μετανεωτερικές θεωρίες για επιτελεστικότητες και συντελεστικότητες της γλώσσας, θεωρίες επί θεωριών για τη δεσποτεία του Συγγραφέα, για τον θάνατο του Θεού και για τον θάνατο του Συγγραφέα ή του Θεού-Συγγραφέα, ξαναθυμάμαι τον γερό-Ανέστη που πρόλαβε μέχρι την τρίτη δημοτικού να πάει, και τον τάφο του που όσο κι αν έψαξα φέτος το Πάσχα δεν τον βρήκα στο κοιμητήριο του χωριού, ένα κερί να του ανάψω. Μόνο μια γριά καμπούρα που ρώτησα μου είπε, χωρίς κιβούρι το κουφάρι του παραχώσανε στην άκρη της μάντρας. Παρέα με τους διεφθαρμένους, τους άθεους, τους άθρησκους και τους ασεβείς.

Κι εγώ ο μορφωμένος και πολυμαθής αναγνώστης δυσκολεύομαι να κλείσω τούτο το κειμενάκι με μιαν ένδοξη αποστροφή προς τον Ανέστη, που τον φαντάζομαι μονάχο του σε μια γωνιά να κατεβάζει τις ρακές του, μια πρόποση επιτελώντας: Ας πιόμεν λοιπόν, νεαρέ μου. Άλλωστε μυστικά δεν υπάρχουν. Μόνο γραφές.