Οι μυστικές μου λέξεις

[ Ευσταθία Ματζαρίδου / Ελλάδα / 09.05.17 ]

Στο σπίτι μου βιβλία δεν υπήρχαν. Κανένας δεν μου διάβασε βιβλία ούτε και παραμύθια μου είπε. Άρχισα να διαβάζω βιβλία στο δημοτικό από μια υποτυπώδη σχολική βιβλιοθήκη που την είχε στήσει ένας μερακλής δάσκαλος. Το πρώτο μου βιβλίο Στον καιρό του Βουλγαροκτόνου το διάβασα στην πέμπτη δημοτικού. Το ξεκίνησα με την επιστροφή μου από το σχολείο και ως το ξημέρωμα το είχα τελειώσει. Εκείνη την μέρα δεν έκανα τα μαθήματά μου και ούτε και έφαγα. Από τότε, όπου έβρισκα βιβλίο, το ξεκοκάλιζα. Αλλά δεν έβρισκα και συχνά εδώ που τα λέμε. Δεν υπήρχαν διαβασμένοι και μορφωμένοι στο χωριό μου που να διαθέτουν κιόλας βιβλιοθήκη.

Ένας διαβασμένος ήταν ο θείος μου που διάβαζε όμως μόνο εφημερίδα, στα μάτια μου ήταν μέγας διανοούμενος, όταν επιστρέφοντας από την πόλη τον έβλεπα να έχει διπλωμένη κάτω από τη μασχάλη του την εφημερίδα, φθονούσα την ξαδέρφη μου για την τύχη της να έχει έναν τόσο σπουδαίο πατέρα, γιατί ο δικός μου, που ήταν κατά τάλλα πολύ πιο σπουδαίος απ’ αυτόν, δεν ήξερε καλά καλά να διαβάζει και είχε με τη βία τελειώσει το δημοτικό, ενώ ο θείος μου είχε πάει και δύο τάξεις στο γυμνάσιο, πράγμα που ισοδυναμούσε με πτυχία για μένα. Κάποια άλλα βιβλία που διάβασα ήταν από κάτι ξαδέρφια μου που μου έριχναν μια δεκαετία και είχαν μια βιβλιοθήκη στο σπίτι τους για μπιμπελό και σεμεδάκια κυρίως, αλλά σε ένα ράφι υπήρχαν και πέντε έξι βιβλία. Πώς βρέθηκαν εκεί, ποτέ δεν κατάλαβα, γιατί αυτά τα ξαδέρφια μου δεν ήταν καθόλου του διαβάσματος. Εκεί διάβασα στα δεκατρία μου τη Νανά και τους Άθλιους. Κυρίως στο δεύτερο είχα χαθεί.

Περιττό να πω ότι αγόρασα ένα τετράδιο και σημείωσα όλες τις λέξεις που μου έκαναν εντύπωση. Εκείνο το τετράδιο, όσο κι αν ακούγεται αφελές και παιδαριώδες, το κουβαλούσα μαζί μου στο σχολείο κι όταν γράφαμε έκθεση, το άνοιγα για να γράψω με λέξεις που μου άρεσαν. Θυμάμαι μια συμμαθήτριά μου που μου έλεγε ότι θα το πει στην καθηγήτρια, γιατί έλεγε ότι χρησιμοποιούσα εκθεσιολόγιο και γι’ αυτό έγραφα καλές εκθέσεις. Συνήθιζαν εκείνα τα χρόνια οι καθηγητές να διαβάζουν κατά τη διόρθωση της έκθεσης τις καλές εκθέσεις για να δείξουν στους μαθητές τι πάει να πει καλή έκθεση. Συχνά πυκνά διάβαζαν και τη δική μου έκθεση. Να είχαν βοηθήσει οι ωραίες λέξεις; Τρομοκρατημένη τότε εγώ το έχωνα στην τσάντα και προσπαθούσα να απομνημονεύσω τις λέξεις στο σπίτι.

Σε όλο το γυμνάσιο πάντως τα χρήματα που μου έδινε ο πατέρας μου για το κουλούρι τα έβαζα στην άκρη, -μάλλον μέρα παραμέρα όμως, γιατί θυμάμαι πολύ καλά και τα τραγανά κουλούρια που έτρωγα,- και μόλις μαζευόταν ένα σημαντικό ποσό, περνούσα από το ταπεινό βιβλιοπωλείο της μικρής μας πόλης και διάλεγα το βιβλίο μου. Έκτοτε αγόραζα με ενθουσιασμό και με μανία, ενίοτε και σπατάλη ό, τι βιβλίο γούσταρα, ξοδεύοντας χαλαρά όσα χρήματα ήθελα.

Σήμερα το βιβλίο έχει καταντήσει για μένα είδος πολυτελείας, πάω στα βιβλιοπωλεία με λίστες που αλλάζω και ξαναλλάζω επί βδομάδες και καταλήγω στο ταμείο με δύο τρία βιβλία και μακαρίζω, για να μην πω ότι φθονώ και χαρακτηριστώ στερημένη και φθονερή μαζί, όσους εμπλέκονται με το βιβλίο και οι εκδότες τους χαρίζουν λαχταριστά φρεσκοτυπωμένα βιβλία.