Οι μπαμπάδες των λευκών κελιών

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 11.01.17 ]

Ώρα ενδέκατη κατά τας Γραφάς. Και ο Θεός εποίησε τους μπαμπάδες. Άσπρους. Κάτασπρους.

Μπαμπάδες από ζάχαρη. Μπαμπάδες από άχνη. Με ολίγον τι χιόνι και μπόλικη ομίχλη. Στα μάτια τους. Για να ’ρχονται καθ΄ εκάστη. Ενδεκάτη βραδινή. Αλλά πολύ βραδινή. Ιούνη μήνα. Και να με βρίσκουν στο κρεβάτι ξάγρυπνο. Μωρό παιδί. Παρέα με τον Γκιωνάκη, τη Βλαχοπούλου, τον Χατζηχρήστο και τα τριζόνια της κληματαριάς. Να τρίβω τα μάτια μου. Από το φόβο του ίδιου πάντα εφιάλτη. Ότι είμαι σε ένα λευκό κελί. Πολιτικός κρατούμενος. Από γεννησιμιού μου.

Σε ένα υπόγειο ιγκλού. Στη μέση της Αλάσκας. Και το μόνο που προσδοκώ είναι κάτι απίθανες κινηματογραφικές αποδράσεις. Σκάβοντας σήραγγες. Ή λιώνοντας τους πάγους. Για να βρω, επιτέλους, οδό διαφυγής. Στα καταπράσινα λιβάδια των ονείρων μου. Με τις αγελαδίτσες, τα καθάρια νερά και τις κλαίουσες ιτιές. Που τόσο πολύ μου άρεσε να ζωγραφίζω. Στην τρίτη δημοτικού. Για να πάρω ξανά το Α. Και να το δείξω γεμάτος καμάρι στον πατέρα μου. Όταν επέστρεφε. Την  ενδεκάτη βραδινή.

Άσπρος. Κάτασπρος. Από τη σκόνη. Αφού δεν είχαν κουβούκλιο τότε οι θεριζοαλωνιστικές.

Και αυτός από τα χαράματα ήτανε στο αλώνι.