Μόνο μην ξεχάσω να με ξυπνήσω

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 19.04.17 ]

Μια σπίθα από το τζάκι. Που έπεσε πάνω στο χαλί. Και το χαλί λαμπάδιασε. Ξύλινο το πάτωμα. Άρπαξε αμέσως ο καναπές. Μαζί κι η πολυθρόνα. Πάει η κουρτίνα. Το σύνθετο. Το διαχωριστικό του γραφείου. Με τη βιβλιοθήκη. Και τα ντουλάπια της κουζίνας.

Στο κρεβάτι αυτός συνεχίζει ακόμη, στο πιο βαθύ όνειρό του. Με μυρωδιά από καμένο ξύλο, πλαστικό και ύφασμα. Από τον εφιάλτη που βλέπει. Ότι καίγεται το σπίτι του. Ώσπου τον πιάνει η αγωνία του θανάτου. Και τινάζεται τρομαγμένος. Ανάμεσα στις φλόγες. Τρέχει στην εξώπορτα. Το πόμολο τσουρουφλάει την παλάμη του. Βγαίνει έξω. Διπλώνεται στα δύο να ανασάνει. Οι κόποι μιας ζωής γίνονται μπροστά του στάχτη. Αλλά το δικό του το μυαλό είναι στο τηλεχειριστήριο της γκαραζόπορτας. Μην το ψάχνει το πρωί που θα σηκωθεί βιαστικός από το κρεβάτι.

Όπου συνεχίζει ακόμη να κοιμάται. Με την ψευδαίσθηση ότι έχει ξυπνήσει.