Μια μικρή φωτιά για φίλους ξεχασμένους

[ Δημήτρης Χριστόπουλος / Ελλάδα / 10.09.17 ]

 Βρεθήκαμε ξανά, αφεντικό. Είσαι μόνος. Πώς μπορείς στη σιδερένια μοναξιά σου; Πού πήγαν τόσοι Αμάδηδες; Τρέχεις στις λεωφόρους του χρόνου φορώντας πανωφόρι τη σοφία της καρδιάς κι ας είσαι κλεισμένος ακόμα στο κλουβί σου.

Τα μάγια εύκολα δεν λύνονται, ψιθύριζες, όσο η κάννη σημαδεύει στον κρόταφο την αρετή, μα εγώ πιο λεύτερος εδώ μέσα είμαι.

Αφεντικό! ο κόσμος αγρίεψε. Οι γυναίκες μυρίζουν γάλα που δεν πρόφτασαν να δώσουν στα παιδιά τους. Ο Αργύρης κοιμάται στο γρασίδι κι ο Κώτσος στον σιδηροδρομικό σταθμό. Πού χάθηκαν εκείνες οι παρέες που πίστεψαν πως θ’ αλλάξουν τον κόσμο;

Αφεντικό!-σού είπα-εγώ, ένας πούρος χριστιανός, δεν θέλω την αλήθειά τους. Το ψέμα ενός τρελού θέλω, που με αλήθεια μοιάζει.

Χάρηκες που ανταμώσαμε. Να τις μιλάς τις λέξεις μου πού και πού, μού είχες πει, να ξεσκουριάζουν κομματάκι κι οι κλειδώσεις από την ακινησία.

Φθινοπώριασε, καλέ μου σεΐζη. Γρήγορα νυχτώνει τώρα. Κλείσε τα φώτα φεύγοντας, η ζωή θέλει δράση, όχι ονειροπόλους. Άναψε και μια μικρή φωτιά για φίλους ξεχασμένους. Καληνύχτα, Σάντσο. Καληνύχτα.