Κινηματογράφος: Μια πόλη δίπλα στη θάλασσα

[ ARti news / Ελλάδα / 16.02.17 ]

Μόνον 5 είναι οι νέες ταινίες της τρέχουσας κινηματογραφικής εβδομάδας. Από αυτές ξεχωρίζουν, το συγκλονιστικό δράμα του Κένεθ Λόνεργκαν “Μια πόλη δίπλα στη θάλασσα” και “Η ζωή μιας γυναίκας” του Στεφάν Μπριζέ, μια κομψή μεταφορά μυθιστορήματος του Γκι ντε Μοπασάν.

Μάλλον αμήχανος φαίνεται ο Γκορ Βερμπίνσκι, με το “Αντίδοτο στην ευεξία”, στην ανάλαφρη μετριότητα ο Ουγκό Γκελέν με την κωμωδία, “Όλα αρχίζουν αύριο”, ενώ στο γνωστό πλαίσο κινείται η περιπέτεια “Τζον Γουίκ 2”, του  Τσαντ Σταχέλσκι.
 
ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΔΙΠΛΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
MANCHESTER BY THE SEA
Σκηνοθεσία: Κένεθ Λόνεργκαν  
Πρωταγωνιστούν: Κέισι Άφλεκ, Κάιλ Χάντλερ, Μισέλ Γουίλιαμς, Λούκας Χέτζες
 
Ο Λι Τσάντλερ εργάζεται ως επιστάτης σε ένα συγκρότημα σπιτιών στη Βοστόνη. Εκεί τον συναντάμε, να καθαρίζει το χιόνι από το δρόμο, να διορθώνει τα υδραυλικά μιας ενοίκου ή τα ηλεκτρολογικά ενός άλλου. Είναι ένας άνδρας λιγομίλητος, που εργάζεται πολύ και θυμώνει εύκολα.
 
Ένα τηλεγράφημα έρχεται από τη μικρή πόλη Μάντσεστερ, μια παραθαλάσσια πόλη βόρεια της Βοστόνης το οποίο πληροφορεί τον Λι, πως πέθανε ο Τζο, ο αδελφός του. Ο Λι πρέπει να επιστρέψει στη γενέθλια πόλη για να παρευρεθεί στην κηδεία του αδελφού του και να αναλάβει τα διαδικαστικά. Εκεί θα μάθει πως ο αδελφός του τον όρισε κηδεμόνα του 16χρονου ανιψιού του, του Πάτρικ. Αυτό σημαίνει πως ο Λι πρέπει να επιστρέψει στο Μάντσεστερ κάτι που δεν τον ευχαριστεί καθόλου. Σύντομα θα αρχίσει να ξεδιπλώνεται το κουβάρι και να αποκαλύπτονται γεγονότα από το παρελθόν. Αυτό το παρελθόν ήταν εκείνο από το οποίο ήθελε να ξεφύγει ο Λι και αυτό είναι που το ξαναβλέπει να ζωντανεύει μπροστά του. Και αυτό τον τρομάζει επειδή δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει. Είναι κάτι που ξεπερνά τις δυνάμεις του.
 
Σε ένα χιονισμένο τοπίο, σε μια πόλη ήσυχη, ένα σκηνικό ηρεμίας αρχίζει ο σκηνοθέτης να χτίζει πατραδάκι-πετραδάκι, καρέ-καρέ το παρελθόν. Με φλας μπακ τα οποία εναλλάσσονται με το παρόν, ο Λόνεργκαν αρχίζει να αποκαλύπτει το δράμα. Ακολουθώντας αργούς ρυθμούς, συχνά υπνωτικούς, ο σκηνοθέτης δεν καταφεύγει στη μέθοδο της κορύφωσης η οποία πλησιάζει κλιμακωτά και αναμένεται αλλά η μεγάλη στιγμή που αποκαλύπτει το αβάσταχτα οδυνηρό γεγονός που συνέβη μερικά χρόνια πριν, έρχεται σε μια στιγμή που δεν το περιμένεις όπως έρχεται συνήθως το κακό. Από το σημείο εκείνο και μετά, ο θεατής συγκλονισμένος παρακολουθεί την αποδόμηση της ζωής του  Λι Τσάντλερ, αλλά και την αποδόμηση του ίδιου. Έτσι εξηγείται η φυγή του, η συμπεριφορά του, ο τρόμος της επιστροφής. Ο Λι αγαπά τον ανιψιό του αλλά αδυνατεί να αναλάβει την κηδεμονία του. Κάτι τον κρατά, τον φοβίζει κάτι που δεν μπορεί να ξεπεράσει και για το οποίο κατηγορεί τον εαυτό του.
 
Η ταινία του Λόνεργκαν δεν είναι καθόλου εύκολη. Και δεν αναφέρομαι στη δυσκολία κατανόησής της, που δεν υπάρχει κάτι τέτοιο,αλλά στο συναισθηματικό της φορτίο. Τα πάντα κινούνται στη σκιά του κακού που έχει συμβεί πλάι στο οποίο έρχεται να προστεθεί και ο θάνατος του Τζο. Ένα γεγονός καθοριστικό για το νεαρό Πάτρικ, ο οποίος αντιμετωπίζει εκτός από το θάνατο του πατέρα του και τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης με τη μητέρα του που τους είχε εγκαταλείψει. Με αφορμή το θάνατο, η Ράντι, πρώην γυναίκα του Λι, έχει ξαναφτιάξει τη ζωή της αλλά νιώθει με τη σειρά της ενοχές που τον εγκατέλειψε στα δύσκολα. Μια μεγάλη τραγωδία, ένας θάνατος, λαβωμένες σχέσεις, αναζήτηση κι αβεβαιότητα για το μέλλον όλα αυτά μαζί συνθέτουν τον καμβά μιας σπαρακτικής ιστορίας την οποία αφηγείται με αξιοθαύμαστη λεπτότητα ο σκηνοθέτης.
Σημαντικός είναι ο ρόλος του περιβάλλοντος, η μικρή επαρχιακή πόλη, το χιόνι κι ο παγωμένος αέρας, τα οποία επιτείνουν τη δραματικότητα της ταινίας.
 
Με την κάμερα να κοιτάζει κατάματα τους ανθρώπους και καταγράφει τις σιωπηλές τους κραυγές οι οποίες βγαίνουν από τα βλέμματα. Συγκλονιστική είναι η στιγμή που ο Λι συναντά τη Ράντι κι εκείνη ζητά να του μιλήσει.
 
Ένα υπόκωφο δράμα στο οποίο ο θεατής αναζητά ανάσες καθώς η ταινία δεν αφήνει πολλά περιθώρια διαφυγής. Ταινία έντονων συναισθημάτων, σκληρή όσο μπορεί να είναι καμιά φορά και η ίδια η πραγματικότητα. Τόσο που οποιαδήποτε απόπειρα για χάπι εντ θα έμοιαζε με κακόγουστο αστείο. Κι ο σκηνοθέτης επειδή δε θέλει να παίξει αλλά να αναδείξει τον πόνο των ανθρώπων και το αναπάντεχο της ζωής, τελειώνει απλά την ταινία με την αναχώρηση του Λι. Και είναι εκείνο το αναπάντεχο το οποίο δε φέρνει πάντα το κακό. Και αυτό είναι που μας κάνει τελικά να αναπνεύσουμε.
 
Για την εξαιρετική ερμηνεία του, ο Κέισι Άφλεκ τιμήθηκε με βραβείο της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου (BAFTA).
 
Η ΖΩΗ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
UNE VIE
Σκηνοθεσία: Στεφάν Μπριζέ
Πρωταγωνιστούν: Γιολάντ Μορό, Ζαν-Πιερ Νταρουσέν, Τζουντίντ Γκεμλά, Σουόν Αρλό
 
Η ταινία, η οποία είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα (“Μια ζωή”, όπως είναι ο γαλλικός τίτλος) του Γκι ντε Μοπασάν, μας μεταφέρει στη Νορμανδία το 1819.
 
Μια κοπέλα, η Ζαν, έχει περάσει τα παιδικά της χρόνια σε μοναστήρι. Αθώα, γεμάτη όνειρα για τη ζωή που ανοίγεται μπροστά της, επιστρέφει στο σπίτι της. Μετά από λίγο καιρό παντρεύεται  ένα ευγενή αλλά σύντομα διαπιστώνει πως η ζωή δεν είναι όπως την ονειρευόταν καθώς ο άντρας της αφενός είναι τσιγκούνης αφετέρου την απατά. Η Ζαν με οδυνηρό τρόπο ανακαλύπτει την αληθινή όψη της ζωής, απογυμνωμένης από το ρομαντισμό.
 
Ο σκηνοθέτης σε συνέντευξή του, λέει: “Ανακάλυψα το μυθιστόρημα το 1993, μετά το τέλος των σπουδών μου. Και δεδομένου ότι ήταν η πρώτη ανάγνωση, η ιστορία έχει κολλήσει στο κεφάλι μου με την ιδέα ότι θα ήθελα μία ημέρα να την κάνω ταινία. Ακόμα δεν έχω επίγνωση τι με συνδέει ακριβώς με αυτό το μυθιστόρημα και με αυτό το χαρακτήρα, εγώ απλά ένιωσα ότι ο Μοπασάν προσωπικά μου μίλησε, μου έλεγε κάτι που αντήχησε μέσα μου. Η σύνδεση ήταν βιολογική. Τα χρόνια πέρασαν, ξαναδιάβαζα το μυθιστόρημα τακτικά, με την επιθυμία μου να γίνει ταινία να παραμένει. (...) Τον Ιανουάριο του 2012, με τη Φλοράνς Βινιόν, αρχίσαμε να γράφουμε το σενάριο. Η ταινία κυκλοφόρησε σχεδόν πέντε χρόνια μετά την έναρξη των εργασιών. (...)
 
Το μυθιστόρημα είναι ένα «βουνό»: όχι σε όγκο, αλλά ως λογοτεχνία. Θα πρέπει λοιπόν να απορρίψεις τη λογοτεχνική του διάσταση για να το μεταφέρεις στον κινηματογράφο. Αυτή είναι μια δύσκολη πραγματικότητα, διότι το μυθιστόρημα του Μοπασάν έχει μια τέτοια δομή αλλά και ένα ύφος που δύσκολα μπορείς να τα ξεφορτωθείς. Διατηρώντας παράλληλα την αφήγηση, πρέπει να καταρριφθεί στο μυθιστόρημα η λογοτεχνική του δύναμη, και να εφευρεθεί μια νέα αφηγηματική για την ταινία. Θα πρέπει πρώτα να κάνεις την επιλογή να κρατήσεις ή όχι ορισμένους χαρακτήρες και ορισμένες κινήσεις της ιστορίας. Η προσαρμογή είναι μια πίστωση. Τα αφηγηματικά εργαλεία είναι απίστευτα διαφορετικά, ο εξαναγκασμός είναι ότι με αυτό το είδος της εργασίας, πολλοί άνθρωποι θυμούνται περισσότερο ή λιγότερο τα σημεία του πρωτότυπου έργου. Ως εκ τούτου, δημιουργούν πολύ ελεύθερα μια διαδρομή για την ταινία ώστε να συνδέσουν τις καλύτερες στιγμές της ιστορίας με την αδιαμφισβήτητη αξία του μυθιστορήματος”.
 
Ο Μπριζέ μεταφέρει στο σινεμά την ταινία με τρόπο που θα τον ζήλευε ο κάθε συνάδελφός του. Είναι τρυφερός και διεισδυτικός, κρατά τη δομή του βιβλίου αλλά δεν κάνει “κινηματογραφημένη ανάγνωση” αλλά κινηματογράφο. Γι' αυτό και τα πηγαίνει περίφημα.