Καλοκαιρινός εμφύλιος

[ Μαργαρίτα Μανώλη / Ελλάδα / 17.07.17 ]

Άκου να σου πω μια ιστορία. Στο ορεινό χωριό μας, όπως καλά ξέρεις, το καλοκαίρι  είχαμε πολλά φρούτα αλλά καρπούζια δεν είχαμε και, ό,τι δεν έχει κανείς, αυτό λαχταράει. Τα καρπούζια τότε ήταν είδος εξωτικό για μας, τα φέρναν οι πατεράδες μας με τα μουλάρια από την πόλη ανταλλάσσοντας ένα φορτίο καυσόξυλα με δυο τσουβάλια καρπούζια. Έφερναν λοιπόν τα καρπούζια, μικρά, σκουροπράσινα, όχι σαν αυτά τα σημερινά τα τεράστια, τα αποθήκευαν στο αμπάρι με το στάρι για να είναι δροσερά και μεις τα καμαρώναμε, γυαλιστερά και όμορφα στα παιδικά μας μάτια.

Έπαιρνε τότε η μάνα το μαχαίρι και τεμάχιζε με ακρίβεια νυστεριού τις φέτες ισόπαχες–άθλος πραγματικός- οχτώ παιδιά ήμασταν και το καρπούζι ποτέ δεν ήταν αρκετό και πάντα κάποιος παραπονιόταν ότι ήταν αδικημένος στη μοιρασιά και τα μικρότερα έβαζαν και τα κλάματα και ξέσπαγε ένας μικρός εμφύλιος ανάμεσά μας…

Εκείνα λοιπόν τα χρόνια, εκεί μετά το δεκαπενταύγουστο, οι μανάδες μας πηγαίναν στον κάμπο να δουλέψουν στο βαμβακομάζεμα, παίρναν μαζί τους και μας τα παιδιά. Γεμάτα καρπούζια τα απέραντα  βαμβακοχώραφα, χόρταινε το μάτι, τα παίρναμε καυτά κάτω από τον ανελέητο ήλιο, τα  ρίχναμε με μανία στο έδαφος και πώς λένε ότι η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο, ε, για μας η εκδίκηση ήταν μια καυτή καρπουζοκαρδιά που τρώγαμε με τα χέρια και αφήναμε πεταμένο στο χώμα ολόκληρο καρπούζι, ά-καρδο μεν, αφάγωτο δε.

Χρόνια αργότερα σε ένα ταξίδι στην Ιταλία είδα να πουλάνε σε γυάλινες προθήκες στην άκρη του δρόμου μοναχικές  φέτες καρπούζι και επιτόπου ξανάγινα δέκα χρονών και «ξαναγύρισα» στο πατρικό μου να μαλώνω με τα αδέλφια μου για μια φλούδα καρπούζι παραπάνω…