Θε μου η Γυάρος...

[ Γιάννα Κουκά / Ελλάδα / 06.02.18 ]

Είχε κουραστεί ν' ακούει για το συλλαλητήριο κι όλοι να την ρωτούν αν θα πάει κι εκείνη να πρέπει να εξηγεί και να εξηγεί και να ξαναεξηγεί γιατί δεν θέλει να σταθεί εκεί μαζί μ' εκείνους που αίμα και τιμή φωνάζουν κι ολοκαυτώματα και χούντες ονειρεύονται κι άρχισε να τακτοποιεί κάτι παλιά χαρτιά που βρήκε και κάτι σημειώσεις που σε κίτρινα φύλλα ήταν γραμμένα τα γράμματα του πατέρα κι άρχισε να διαβάζει δυνατά στον εαυτό της γιατί είχε κουραστεί να εξηγεί και να εξηγεί γιατί εκεί δεν ήθελε να βρεθεί μ' εκείνους δίπλα να βρεθεί. Ίσως από περιέργεια και μόνο, να ΄θελες να μάθεις πως βρέθηκα στη Γυάρο, το ξερονήσι. Τόπος εξορίας των Ρωμαίων, κρανίου τόπος, ένα νησί θανάτου στην περίοδο του εμφυλίου πολέμου.

Ήταν 20 Απριλίου 1967. Ώρα 11 το βράδυ, βρισκόμουνα στα γραφεία της εφημερίδας. Το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν από την Αθήνα, την "Αυγή". Αύριο η εφημερίδα θα είχε βαρυσήμαντη ύλη για τις ερχόμενες εκλογές και να φροντίσω την σωστή διανομή της, ελέγχοντας το Πρακτορείο Τύπου. Εντάξει; Εντάξει. Σε λίγη ώρα τα τανκς του Πατακού έφευγαν από τη Ν. Φιλαδέλφεια για να θρονιαστούν στο Σύνταγμα, στην Ομόνοια. Για να μασήσουν οι ερπύστριες τους τη δημοκρατία. Με κάποια καθυστέρηση, ειδοποίησαν από τα γραφεία της ΕΔΑ στη Θεσσαλονίκη. Τα τηλέφωνα λειτουργούσαν ακόμη. Θα λειτουργούσαν για πολλές ώρες. Όσα στελέχη της ΕΔΑ δεν είχαν συλληφθεί- κι είχαν συλληφθεί τα περισσότερα- κρύφτηκαν. Εγώ, που να πάω δεν είχα. Άγνωστος στη Θεσσαλονίκη. Όσους γνώριζα, θα τους συναντούσα σε λίγο στην Ασφάλεια, στου Βαρδάρη. Επικοινωνούσα με τις εφημερίδες "Μακεδονία" και "Θεσσαλονίκη" που είχα συναδέλφους, αλλάζαμε νέα, τους έδινα ονόματα συλληφθέντων που μάθαινα από την ΕΔΑ κι οι ώρες περνούσαν.

Φτάνει το πρωί. Γύρω στις 8 παρά τέταρτο χτυπά το τηλέφωνο. Ήταν ο Γιώργος Ο., ένας συνάδελφος από τη "Θεσσαλονίκη". Ήθελε να μάθει ονόματα συλληφθέντων. Του 'πα όσα είχα μάθει. Οκτώ παρά πέντε, χτυπά άγρια η πόρτα. Το κατάλαβα. -Γιώργο, περίμενε ν' ανοίξω κι έρχομαι, λέω στον συνάδελφο δημοσιογράφο. Ήταν εκείνοι. Οπλισμένοι σαν αστακοί κι εγώ μπροστά τους, θα τους έμοιαζα με καλλιγραφία κρατώντας στο χέρι το στυλό. Όρμησαν μέσα. Με ζητούν στην Ασφάλεια, για λίγο ο "κύριος Διοικητής". Όχι για πολύ, για πέντε λεπτά. Τα πέντε λεπτά ήταν τρία χρόνια. -Να κλείσω το τηλέφωνο, τους λέω. Πηγαίνω στο τηλέφωνο και φωνάζω: -Γιώργο, γράψε άλλο ένα όνομα: το δικό μου, ήλθαν. Όταν ξανάδα τον Γιώργο Ο. μετά τη Μεταπολίτευση, έμαθα πως του 'πεσε το ακουστικό από το χέρι και λιποθύμησε. Μ' ένα τζέιμς, σε λίγα λεπτά βρέθηκα στην Ασφάλεια. Σ' αυτό το τούβλινο άντρο των οργίων, των βασανιστηρίων και του θανάτου μπήκα για πρώτη φορά και μοναδική φορά. Κορδόνια, ζώνες, γραβάτες, ρολόγια, όλα στο κουτί. Χαφιέδες αστυνομικοί, με την επιτήρηση λοχία του στρατού έγραφαν στοιχεία. Παραδίπλα το γραφείο του διοικητή Εθνικής Ασφαλείας που κάποιοι φρουρούσαν, προσωρινά όμως.

Με ανέβασαν στον τρίτο όροφο, όπου υπήρχαν κάποια κελιά. Ακουγόταν βαβούρα, γέλια, ομιλίες που σημαίνει ότι κάποια κελιά ήταν γεμάτα. Με πήγαν και στο δικό μου. Βρισκόταν απέναντι από κάποια τουαλέτα που δεν είχε πόρτα. Νομίζω ότι και τώρα στη μύτη μου είναι ακόμη εκείνη η βρώμα. Ανοίγουν το κελί, με σβουράνε μέσα και ξανακλείνουν. Ήμουν μόνος. Μου κακοφάνηκε στην αρχή. Μόνος. Ήταν ένα κελί 1Χ2 μέτρα. Είχε μια πόρτα που στο ύψος του κεφαλιού περίπου είχε ένα παραθυράκι ανοιχτό μονίμως 20Χ30 εκατοστά. Δεν πέρασε ώρα, η πόρτα άνοιξε και πετάνε άλλον έναν μέσα. Να τώρα που έχω παρέα. Άγνωστος βέβαια, αλλά η κουβέντα ξεκίνησε. Τι είδα, τι είδε, από που ερχόταν και τα λοιπά.

- Μπα, έλεγε ο άλλος, μέχρι το μεσημέρι, θα ΄χουνε ξεφτίσει. Οι δημοκρατικές δυνάμεις θα επέμβουν. Με δυο λόγια, τρίχες. Σε λίγο, ξανάνοιξε η πόρτα και να ένας τρίτος. Μετά ένας τέταρτος. Πέμπτος. Έκτος... Δέκατος... Δέκατος πέμπτος... Εικοστός. Εικοστός δεύτερος. Το κελί ήταν για έναν. ΚΙ είμαστε μέσα είκοσι δυο. Στεκόμαστε όρθιοι, σε στάση προσοχής. Πνιγόμαστε. Βηματάκια-βηματάκια φτάναμε στο παραθυράκι της πόρτας και πέρναμε ...βαθιές ανάσες. Πιο καλά τα σκατά και τα ούρα από την τουαλέτα, παρά αυτό το πνίξιμο εκεί μέσα. Έτσι φτάσαμε στο βράδυ. Όλη μέρα ακουγόντουσαν τανκς να περνάνε και πολυβόλα να ρίχνουν. Νύχτα, θα ΄χαν περάσει μεσάνυχτα. Φόρτωμα σε τζέιμς. Θα 'μαστε καμιά δεκαριά τζέιμς. Το δικό μας είχε 25 κρατούμενους μέσα. Τα σπίτια όλα σβηστά. Μια πορεία στο άγνωστο. Χωρίς ελπίδα. Θα 'ταν μια ελπίδα ένα φωτισμένο παράθυρο σε μια πολυκατοικία. Τίποτε. Ο κόσμος, ο κοσμάκης κοιμότανε. Είχε φάει το μεσημέρι, είχε φάει το βράδυ, είχε πιει και το κατοσταράκι του κι από δω παν οι άλλοι. Πέσανε νωρίς, νωρίς για ύπνο, σβήσαν κι όλα τα φώτα. Εμείς, το ένα τζέιμς πίσω από το άλλο αρχίσαμε να κόβουμε βόλτες στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Θα 'χε περάσει μια-μιάμιση ώρα κι είμαστε ακόμα κάπου στον Λευκό Πύργο. Τι γινόταν, κανένας δεν γνώριζε. "Νομίζω πως σας πάνε για εκτέλεση..." είπε ένας χωροφύλακας ξερακιανός σε κάποια στιγμή. Τι ήταν και τότε. Εγινε τέτοια αναστάτωση στο τζέιμς που οι χωροφύλακες έστρεψαν τα όπλα επάνω μας.

.......Γύρω στις 10 το βράδυ μας ανέβασαν όλους επάνω. Μας φόρτωσαν στα αυτοκίνητα και με πυροβολισμούς δώθε-κείθε, που ακούγονταν στην Θεσσαλονίκη κατηφορίσαμε προς την πύλη και πιάσαμε την παραλιακή λεωφόρο που διαμορφώνονταν τότε. Φτάσαμε στο σημείο της προβλήτας που είχε δέσει ένα μεγάλο αρματαγωγό του ναυτικού. Τα τζέιμς κόλωναν στον καταπέλτη της μπουκαπόρτας, μας άδειασαν και ναύτες με όπλα και ξιφολόγχες μας "οδηγούσαν" στο εσωτερικό του σκάφους, σα γαλόπουλα. Ξουτ-ξουτ. Μέσα ο χώρος θύμιζε κλειστό γήπεδο. Εδώ έβαλαν άλλες ώρες το ένα δίπλα στ' άλλο τα άρματα. Τώρα, εμείς. Αφού μπήκαμε όλοι, πάνω από χίλιοι πεντακόσιοι, άρχισαν μερικοί το σουλάτσο. Από την μια άκρη στην άλλη. Μερικοί μετρούσαν με δρασκελιές το μήκος του κήτους. Η μπουκαπόρτα ήταν ανοικτή για αρκετή ώρα λες και περιμέναμε κάποιους καθυστερημένους επιβάτες. Η φασαρία κόπασε στην προβλήτα. Οι απέναντι πολυκατοικίες θεοσκότεινες. Στη σειρά τα κτίρια, αλλά ούτε ένα φως, ούτε κι εδώ ενα ανοικτό παράθυρο. Κι όμως αυτοί οι άνθρωποι, από απέναντι, θα μας έβλεπαν γιατί στην προβλήτα, γινόταν μεγάλη βαβούρα. Θα ΄ταν ξύπνιοι. Πήρε ώρα για να ξεφορτώσουμε. Θα 'ταν δυο μετά τα μεσάνυχτα όταν μας έκλεισαν την μπουκαπόρτα. Αρκετοί προβολείς έριχναν το φως επάνω μας.

Άκουσα το "μπρος" και το "ανάποδα" της μηχανής και κατάλαβα πως ξεκινήσαμε. Η μεγάλη νύχτα είχε αρχίσει. Σε λίγες ώρες το αρματαγωγό έδεσε σε κάποιο λιμάνι, ανοίγει η μπουκαπόρτα. Χαράματα. Έσπρωξαν μέσα κάποιους κρατούμενους. Κλείνει. Μπρος-ανάποδα η μηχανή και πάλι στο πέλαγος. Πληθαίναμε. Άρχισε να υπάρχει δυσκολία στην κίνηση. Σε λίγες ώρες καταλάβαμε -και από τα ρολόγια βέβαια-ότι ήταν μεσημέρι. Κουραμάνα, τυρί, κονσέρβα. Νύχτωνε. Φορτώσαμε Σερραίους και Δραμινούς. Νύχτα σκοτάδι στην Καβάλα. Χαράματα την άλλη μέρα, να 'σου οι Καβαλιώτες, σε λίγο με τζέιμς έφεραν τους Ξανθιώτες. Είπαμε: το μόνο λιμάνι που μας έμεινε ήταν η Αλεξανδρούπολη. Εκεί φτάσαμε νύχτα. Οι ώρες περνούσαν. Πήραμε τους Κομοτηνέους και τους Εβρίτες και σφράγισμα της μπουκαπόρτας. Έπεσε κι ένα καραβόπανο δίπλα και δημιουργήθηκε "υπαίθρια" τουαλέτα, στο εσωτερικό του σκάφους. Το αρματαγωγό έπλεε τώρα γι άγνωστο σε όλους μας προορισμό. Πού πηγαίναμε λοιπόν; Ιδού η απορία. Οι ώρες περνούσαν. Νύχτωνε, ξημέρωνε. Όλα το ίδιο σκούρο χρώμα. Τρεις χιλιάδες ψυχές, το χρώμα της η καθεμιά. Και θυμήθηκα εκείνο που λέγαμε παλιά: "Πού μας πάτε μόνους, τρεις χιλιάδες άντρες"

............ Οι ώρες περνούσαν. Πέρασε κι η νύχτα. Ήρθε η άλλη μέρα. Το καράβι μας σε κάποια στιγμή νομίζαμε ότι ήταν ακινητοποιημένο. Εκείνο όμως πήγαινε σιγά-σιγά. Ακούσαμε την καδένα της καταπακτής του αρματαγωγού να μαϊνάρει κόμπο, κόμπο. Έσκασε το φως της ημέρας απ' έξω. Αλλά σταμάτησε στον τέταρτο κόμπο. Φάνηκε ένας ουρανός πεντακάθαρος. Το καράβι μας σύρθηκε μαλακά στα αβαθή. Τρέξαμε όλοι προς την μπουκαπόρτα. Αμίλητοι. Η ανάσα μας είχε κοπεί. -Μάινα την καδένα, ακούστηκε η φωνή ενός ναύτη. Η μπουκαπόρτα άρχισε να κατεβαίνει σιγά-σιγά. Όλοι ψηλώναμε στις μύτες των ποδιών μας να ξεχωρίσουμε κάτι έξω. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια στριγγιά σπαραχτική φωνή: -Θε μου, η Γυάρος...."

Κι έτσι εκείνη που άλλο δεν ένιωθε υποχρεωμένη να εξηγήσει, έκλεισε τις σημειώσεις με τα γράμματα του πατέρα κι ένα κείμενο έγραψε για τους πρόσφυγες.