Η τζιχάντ της Εκκλησίας για το... όνομα

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Ελλάδα / 02.02.18 ]

Λένε ότι πιστεύουν. Κι επειδή πιστεύουν θεωρούν ότι είναι και φορείς της αλήθειας. Είναι έτοιμοι να χάσουν την ψυχή τους, για να την… κερδίσουν. Άγρια πίστη. Μισερή. Φονταμενταλισμός. Δεν διεκδικούν το δικαίωμα στην ελευθερία της πίστης τους αλλά το δικαίωμα να επιβάλλουν την πίστη τους και στους άλλους. Να αλλάξουν τον κόσμο σύμφωνα με την πίστη αυτή. Κι εδώ συναντούν το φασισμό και την τζιχάντ. Η πίστη τους είναι «ιερή», είναι συγκλονιστική, ριζική -όπως λέει ένας φιλόσοφος-, τους εξυψώνει και τους «θεώνει». Μεθούν. Παραληρούν. Δεν ψεύδονται. Το νιώθουν. Τα ψυχοτρόπα είναι περιττά. Η  μεσότητα και ο ορθολογισμός δεν έχουν θέσει. Η εξάρτηση είναι εμφανής. Υπεραπολαμβάνουν την πίστη τους, η οποία γίνεται τρόπος ζωής.

Όλα βρίσκονται εκτός ορίων, εκτός μέτρου, στην υπερβολή. Υπάρχει, στις μέρες μας, ένας δυτικός φονταμενταλισμός που δεν αντιτίθεται στον ισλαμικό ούτε στον εβραϊκό φονταμενταλισμό αλλά όλοι μαζί φαίνεται σαν να συμπράττουν, σαν να λειτουργούν συμπληρωματικά, αφού έχουν κοινές ρίζες, την κοινή τους μήτρα που είναι η πίστη του Αβραάμ. Υπάρχει όμως κι ένας ακόμα κοινός τόπος που είναι ο φανατισμός και η μυστικοποίηση της ιστορίας.

Βλέπω τους αρχηγούς με τα μαύρα. Η εξουσία των παπάδων –όπως και των μάγων παλιότερα- πηγάζει από το γεγονός ότι μία κοινωνία χρειάζεται μια καταγωγή, ένα ιδεώδες, ένα τοτέμ, μια υπέρτατη αρχή, μια συνέχεια, μια αφήγηση, μια γενεαλογία, περισσότερο ή λιγότερο φανταστικές και τέλος μια εσωτερική ιεραρχία (το ιερό, το άβατο). Με άλλα λόγια η πίστη συμβάλει στη φαντασιακή κατασκευή του Εμείς, που μπορεί να είναι μια κοινότητα ή ένα έθνος. Αλλά η συγκολλητική ουσία εδώ δεν είναι η αγάπη αλλά το μίσος.

Όχι, αυτοί δεν είναι καν «μηχανικοί ψυχών». Μεσάζοντες είναι. Διαμεσολαβητές που διαμεσολαβούν περισσότερο με τη γήινη εξουσία, την πολιτική, παρά με την ουράνια, την πνευματική. Νέτοι-σκέτοι κομματάρχες. Πακέτο ψήφων οι χιλιάδες πιστοί που «πωλούνται»ι με αντίτιμο. Στο όνομα της πίστης και της Εκκλησίας. Η οποία ως εξουσιαστικός θεσμός δεν έχει καμία σχέση με την πρωτοχριστιανική κοινότητα και ταπεινότητα. Αυτή η Εκκλησία δεν είναι χριστιανοκοινωνική, όπως την ήθελε κάποτε ο Ιερώνυμος, είναι φασιστική ως προς τη δομή, δηλαδή το θεσμικό της κέλυφος. Χρησιμοποιεί την ανάγκη, την φτώχεια και την απελπισία για να προσηλυτίσει και να φανατίσει, για να ενσταλάξει δηλητήριο στις ψυχές και όχι αγάπη…   

Και αναρωτιέμαι: Τι άλλο θα μπορούσε να υπάρξει απέναντι στην ενοποιό πλην ανορθολογική θρησκευτική πίστη; Παλιότερα υπήρχε το πολιτικό σχέδιο για μία κοινωνία της δικαιοσύνης και της ισότητας. Υπήρχε το όραμα, όπως λεγόταν η πίστη στην ανθρώπινη ιδιότητα, ή αλλιώς στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Τώρα τίποτα. Η αριστερά έχει πάψει να είναι φορέας αυτής της εναλλακτικής πίστης. Μα η ελπίδα παραμένει. Μια ελπίδα που βρίσκεται στον αγώνα για μια νέα σύνθεση: τη συμφιλίωση του ατόμου με την κοινότητα· τον περιορισμό των μεταφυσικών πίστεων αλλά και του ορθού λόγου και της μηχανής, στα εδάφη που τους αναλογούν. Γιατί «Το βασίλειο του ανθρώπου δεν είναι ο στενόχωρος και αγχωτικός χώρος της ατομικότητας, ούτε η αφηρημένη κυριαρχία της συλλογικότητας, αλλά εκείνη η ενδιάμεση ζώνη στην οποία συνηθίζουν να λαμβάνουν χώρα ο έρωτας, η φιλία, η κατανόηση, η συμπόνια. Μόνο η παραδοχή αυτής της αρχής θα μας επιτρέψει να θεμελιώσουμε αυθεντικές κοινότητες, αντί για κοινωνικές μηχανές» (Ε. Σάμπατο «Άνθρωποι και γρανάζια»). Ναι, η Εκκλησία είναι μία κοινωνική μηχανή, όπως και το κράτος. Αλίμονο αν μεταβληθεί σε «στρατιωτικού» τύπου μηχανή! Με τους μαυροφορεμένους σαμάνους της να ευλογούν σημαίες και «όπλα»!