Η ταξική δικαιοσύνη του ΔΣΑ και οι συνήγοροι των αφεντάδων

[ Κατέ Καζάντη / Ελλάδα / 01.12.17 ]

Ας υποθέσουμε ότι ένας δύσμοιρος προλετάριος, από αυτούς που το κεφάλαιο εκμεταλλεύεται την υπεραξία τους και τους πετάει έπειτα εκτός, πάει στα δικαστήρια, απολυμένος, ενάντια στο πρώην αφεντικό για να βρει το δίκιο του. Ας υποθέσουμε, πάλι, ότι ο συνήγορός του τού υπόσχεται ότι θα τον συντρέξει και στα εύκολα της υπόθεσης –αυτά με την σίγουρη νίκη και τον σίγουρο παρά - αλλά και στα δύσκολα – εκείνα που θέλουνε λίγη δουλίτσα παραπάνω.  Ας υποθέσουμε, ξανά, πως ο εργάτης είναι συνεπής στις οικονομικές υποχρεώσεις με το συνήγορό του, καταβάλλει δηλαδή κανονικά  και αδιαμαρτύρητα τους οβολούς, που δεν του περισσεύουν, για να τον έχει από κοντά, που λέει κι ο σοφός λαός.

Αλλά, ας συνεχίσουμε να υποθέτουμε, με όλα ταύτα, ο συνήγορος, που μπορεί και να αυτοπροσδιορίζεται της αριστεράς, ουχί αυτής της «οσφυοκαμψίας» αλλά της αλληνής, των κινημάτων, αφού εισέπραξε τα δέοντα από τα ευκολάκια, κάνει νερά στα δύσκολα. Λίγο ο φόρτος εργασίας, λίγο τα συνδικαλιστικά του δικηγόρου (εντός του ΔΣΑ) τρεχάματα, ο προλετάριος που επιθυμεί να συνεχίσει τη μάχη των δεδουλευμένων από το αφεντικό, συνήγορο ψάχνει  και συνήγορο δεν βρίσκει. Ώσπου μια μέρα, αίφνης, ο «υπερασπιστής των αδυνάτων» βρίσκει χρόνο να μιλήσει. Αλλά μοναχά για να διαμηνύσει στον εργάτη πως δεν γουστάρει πια να τον εκπροσωπεί. Πως η υπόθεσή του δεν τον αφορά, κι ας είναι όπως προείπαμε των «κινημάτων».

Υποθέσεων συνέχεια: ο προλετάριος, που έχασε μήνες πολύτιμους, αντί να χτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο, αυτοτιμωρούμενος για τη φριχτή επιλογή του, επιλέγει, ως πολιτικό και κοινωνικό καθήκον, να καταγγείλει το «συνήγορο» στο Πειθαρχικό του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Και για να βρει το δίκιο του και, ίσως κυρίως, για να προφυλάξει από τέτοια κι άλλους προλετάριους.

Κι εκεί προσκρούει στον τοίχο του αυτονόητου για το αστικό μας κράτος του όψιμου καπιταλισμού. Και σπάει το κεφάλι του, αφού διαπιστώνει εν τοις πράγμασι πως η δικαιοσύνη είναι τόσο ταξική όσο και η κοινωνία. Διότι για να καταγγείλει πολίτης αφερεγγυότητα δικηγόρου στο ΔΣΑ, πρέπει να πληρώσει παράβολο 80 (ναι, ογδόντα) ευρώ. Ούτε δέκα (10) ούτε είκοσι (20). Ογδόντα. Δεν φτάνει, δηλαδή, που μένεις άνευ συνηγόρου απέναντι στ’ αφεντικά, τουλάχιστον στο εργατικό δικαστήριο της μικρής αυτής ιστορίας, πληβείος γαρ, δίχως το 80άρι, μεταβάλλεσαι σε πλάσμα ανύπαρκτο και για τον ΔΣΑ.

Διότι, σου λένε οι δικηγόροι, πού να ψαχνόμαστε με το κάθε φτωχαδάκι και τις φαντασιοπληξίες του περί υποτιθέμενων αδικιών. Εάν θέλει να καταφερθεί εναντίον του «δικού μας», να τον φυσάει τον παρά τουλάχιστον, να δώσει και το κατιτίς του στο ταμείο.  

Έτσι, οι δόλιοι οι προλετάριοι, ήδη συντετριμμένοι από τα αφεντικά, εξακολουθούν να καταβυθίζονται προς τον πυθμένα μιας κοινωνίας όπου το δίκαιο τυγχάνει προσχηματικό. Και βαθιά, βαθύτατα, ταξικό.