Η ζωή με τα μάτια της νιότης

[ Γεωργία(Γιούλα) Τριγάζη / Ελλάδα / 24.07.17 ]

 

«Ο κόσμος σήμερα βαριέται τα πολλά. Γενικώς. Τα μακροσκελή. Οτιδήποτε απαιτεί ώρα, χρόνο, πολύωρη προσοχή κουράζει. Το μήνυμα πρέπει να είναι σύντομο, σαφές, -ακόμα κι όταν είναι διφορούμενο, πρέπει αυτό να επιδεικνύεται με σαφήνεια-, και το σημαντικότερο: Να μαγνητίζει την προσοχή για όσα λεπτά διαρκεί. Τώρα για την εικόνα που ρωτάς. Ναι, έχει τη σημασία της. Τεράστια μερικές φορές. Θέλεις ας πούμε να μιλήσεις για κακοποίηση. Ο κόσμος έχει πήξει στην αθλιότητα παντός είδους. Έχει κορεστεί. Ας του το πεις με τον πιο καλογραμμένο τρόπο, ποιητικά αν θες,… αν δεν του βάλεις την μπουνιά στο μάτι –που λένε!- δε χαμπαριάζει φιλοσοφία. Εσύ τώρα εδώ μέσα, διυλίζεις τον κώνωπα… Εντάξει, διαβασμένος είσαι, μορφωμένος είσαι… έχεις και πένα που λένε… αλλά, κουράζεις βρε παιδί μου…».

Όση ώρα του μιλούσε, δε σήκωσε κεφάλι να τον κοιτάξει. Ήταν το «μη χάσιμο χρόνου», που του ανέλυε. Το σύντομο και σαφές. Το διφορούμενο που έπρεπε οπωσδήποτε να δηλώνεται ως τέτοιο.

Μάζεψε τα χαρτιά του, ευχαρίστησε, έπιασε το χέρι που του έτεινε ο άλλος, -με μια θέρμη είναι αλήθεια που τον ξάφνιασε, περισσότερο απολογητική από ό,τι περίμενε για την περίπτωση!-, έκλεισε την πόρτα μαλακά, μόλις που άκουσε -ή ιδέα του;- που του είπε: «να τα ξαναπούμε!», και πήρε το δρόμο του με την απορία «τι έχουμε να ξαναπούμε άραγε;».

Στο πρώτο καφέ πριν μπει, μέτρησε τα ψιλά του και κάθισε απέξω. Είχε δροσιά, παραδόξως, η Αθήνα νεκρή, η αρχαία πόλη γαλήνια απέναντι… Ήταν όμορφα. Κι αυτός ήταν νέος!

 Στη σκέψη αυτή, μια ξαφνική χαρά ξεπήδησε από μέσα του.

Και όχι, δεν ήταν ότι έβαλε νερό στο κρασί του. Αλλά γιατί ξαφνικά η ζωή, τού παρουσιάστηκε πελώρια, ασαφής και αδήλωτα διφορούμενη, χωρίς εικόνα. Και ήταν ωραία!