Ζεχίρι

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 04.02.17 ]

Ήταν ωραία κείνα τα βράδια του Ιούλη. Μυρωδιά από σουβλάκια, μπιφτέκια και πανσέτες. «Άσ’ τον τρελό στην τρέλα του», «Θα κλείσω τα μάτια» και «Υπάρχω» από την παραδιπλανή ταβέρνα. Μαζί με τον θόρυβο της γαζομηχανής. Αφού τα μεσημέρια και ιδίως οι νύχτες της παιδικής μου ηλικίας δεν είχαν ώρες κοινής ησυχίας. Ούτε και το ανάστροφο μυαλό μου. Που μόνο χειμώνες ήθελε να ονειρεύεται. Και στις πιο καταρρακτώδεις βροχές να ελπίζει.

Αλλά έλεγα για κείνα τα βράδια του Ιούλη. Πού μάτωναν τα μάγουλα και ο σβέρκος και ο λαιμός από το ξύσιμο. Σμήνη ολόκληρα από γερμανικά στούκας τα κουνούπια. Με τις πιο χαμηλές πτήσεις, γύρω από τα αυτιά μου. Ένα ζαλιστικό ζζζζζζζζζ μες το μυαλό μου. Ενόσω ένιωθα να μετεωρίζομαι μεταξύ ύπνου-ξύπνου. Και να τινάζομαι στα καλά καθούμενα από τις φάπες που αναγκαζόμουν να μου ρίχνω. Μπας και γλιτώσω.

Τρία ματσάκια ακόμη. Μισή λινάτσα υπόθεση. Πήγε ήδη 11. Άντε, να τελειώνουμε και σήμερα. Η φωνή τoυ πατέρα μου. Εγερτήριο ξανά στις τέσσερις. Το πολύ, στις τέσσερις και τέταρτο. Έχει καρπούζι με τυρί στο τραπέζι. Δεν πρέπει να κοιμάμαι με άδειο στομάχι. Μην ξεχάσω μόνο να πλύνω τα χέρια.

Και όταν επιτέλους ξάπλωνα να κοιμηθώ έρχονταν στον ύπνο μου κάτι απίθανοι εφιάλτες. Να, ότι είμαι στην ηλικία του πατέρα μου. Το τραπέζι είναι στρωμένο. Τα παιδιά περιμένουν για το μεσημεριανό. Και εγώ πλένω και ξαναπλένω και ξαναπλένω τα χέρια μου.

Αλλά το ζεχίρι δεν λέει ακόμη να ξεκολλήσει.