Διαδήλωση Κειμένων

[ ARti news / Ελλάδα / 12.11.17 ]

Οκτώ μεμονωμένες λογοτεχνικές γραφές που από κοινού επιχειρούν μια διαδήλωση κειμένων για την υπεράσπιση της μνήμης και της γραφής, έξω από ιδεολογικές στρατεύσεις και αισθητικούς αυτισμούς.

Ανδρεάδη Πηνελόπη

Ερημοδικία

Η πρώτη μας πορεία 
Νοέμβρης του ΄75 
Στην κορφή της ένας σταυρός ξύλινος με κόκκινα γαρούφαλλα
κι οι απουσίες μας περασμένες στο σχολειό
με σταυρούς από κόκκινο μελάνι
Ερήμην δικαζόμαστε απ’ την έφηβη εικόνα μας 
που ολοένα από τότε μας ρωτά
πώς τιμήσαμε εκείνους τους σταυρούς

 

Δημητριάδη Διώνη

Η πορεία*

 Μόλις ξεκινήσει η προβολή, θα αρχίσεις να διαβάζεις αργά και καθαρά το κείμενο «Εμείς, οι μαθητές από τα Γυμνάσια της Αθήνας…», έτσι ώστε να γίνεται κατανοητό το περιεχόμενό του. Ας κάνουμε μια πρόβα.

Συχνά της συνέβαινε να αφαιρείται τις πιο ακατάλληλες στιγμές, να όπως τώρα, που θα έπρεπε η προσοχή της να είναι τελείως στραμμένη στην πρόβα της σχολικής εκδήλωσης. Εκείνη, όμως, έβλεπε μπροστά της τον ανηφορικό δρόμο, που ξεκινούσε από το σχολείο (όχι αυτό που βρισκόταν τώρα, αλλά ένα άλλο πολλά χρόνια πιο πριν) και κατέληγε, περίπου ένα χιλιόμετρο και κάτι πιο πάνω, στην πλατεία του χωριού (ο Θεός να την κάνει πλατεία, πού ακούστηκε πλατεία να είναι ο δρόμος που περνούσε μπροστά από το μοναδικό καφενείο και το ηρώο των πεσόντων, ούτε πλάτωμα ούτε τίποτα).

Σε ποιο σημείο του κειμένου θα σταματήσω για να μπει η μουσική;

Η πραγματικότητα την κάλεσε πίσω στο τώρα. Να δώσει οδηγίες, να συγχρονίσει τα παιδιά για να καταφέρουν να κάνουν το κοινό τους να καταλάβει τι θέλουν να πουν, αν είναι δυνατόν να συγκινηθεί και λίγο, να τέτοια πράγματα απλά αλλά συχνά, σε ανάλογες εκδηλώσεις μνήμης, ακατόρθωτα.

-  Το τραγούδι λέει: «παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους», άρα καλύτερα να μπει μόλις διαβάσεις την έκκληση στους μαθητές να κατέβουν στο Πολυτεχνείο.

Αυτός ο ανηφορικός δρόμος, στην ουσία η μόνη σύνδεση του κάμπου με τα σπίτια (με ενδιάμεσο το σχολείο), ήταν γεμάτος παιδιά, μαθητές του σχολείου, που ακολουθούσαν σε σιωπηλή πορεία τον επικεφαλής, που κρατούσε και το στεφάνι, και είχαν βάλει σκοπό να το φτάσουν μέχρι την πλατεία, και κάτω από τη μύτη των έκπληκτων συγχωριανών τους να το καταθέσουν, για πρώτη φορά στα χρονικά του τόπου, στο ηρώο των πεσόντων του «συμμοριτοπόλεμου»! Ε, άλλο ηρώο ή κάτι σχετικό δεν υπήρχε. Εκεί, λοιπόν, θα το πήγαιναν. Αυτός ο πολύπαθος τόπος είχε πολλά δει και ζήσει, αλλά αυτό ήταν πρωτάκουστο. Πολλοί, ντόπιοι κυρίως, καθηγητές προσπάθησαν να τους αλλάξουν γνώμη, αλλά τους είχε μπει η ιδέα από αυτήν που είχε έρθει πρωτοδιόριστη από την Αθήνα, και πού να αλλάξουν γνώμη.

Δεν το διαβάζεις σωστά το κείμενο. Είναι μια μπροσούρα που καλεί σε εξέγερση, τη συνέταξαν οι μαθητές που συμπαραστάθηκαν στους φοιτητές. Τους φαινόταν, όμως, κάτι το φυσικό. Δεν έχει στόμφο, έχει απλότητα και αλήθεια. Έτσι είναι αυτά τα πράγματα.

Και ήταν τότε, στα μισά περίπου της διαδρομής, που ο πρώτος κοκάλωσε. Μαζί του και η πορεία των παιδιών. Από το κούφωμα του παράθυρου ενός σπιτιού είχε ξεπροβάλει αργά και απειλητικά η κάνη μιας καραμπίνας, και σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, σημάδευε τον μαθητή που κρατούσε το στεφάνι! Το θολωμένο μυαλό του παλιού πολεμιστή του Εμφυλίου δεν μπόρεσε να καταλάβει τι γινόταν. Στα μάτια του το σκηνικό μπροστά από το παράθυρό του ήταν σαν κάτι από το χθες, σαν να ξαναζωντάνεψε η αριστερή απειλή. Τα παιδιά που έβλεπε δεν ήταν πια παιδιά αλλά οι απόγονοι των μισητών εχθρών του. Όλοι πάγωσαν για λίγο, σκεφτόντουσαν αν ήταν ασφαλές να συνεχίσουν. Αν ήταν δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο!

Φυσικά, μετά την πρώτη ταραχή, η πορεία ξεκίνησε πάλι. Φυσικά έφτασε στην πλατεία, πέρασε μπροστά από το μοναδικό καφενείο, οι υπόλοιποι καθηγητές αναγκάστηκαν να σηκωθούν σαν ελάχιστη πράξη συμμετοχής στο σχολείο τους, φυσικά το στεφάνι κατατέθηκε στο ηρώο, κάτω από το άγρυπνο μάτι της αστυνομίας, που κατέγραφε πρόσωπα και πράγματα, του δημάρχου, που έμοιαζε να έχει ξεφύγει από κάποια σκηνή ταινίας του Αγγελόπουλου (έτσι όπως περιέφερε το παχύ του σώμα με το κοστούμι και το καπέλο, ίδιος χαφιές του μεσοπολέμου ή δωσίλογος της κατοχής, με δράση κατά των αντιφρονούντων συγχωριανών του, για την οποία συχνά παινευόταν), αλλά και με την «παρουσία» των εκπροσώπων των κομμάτων, που κοίταζαν έκπληκτοι πίσω από τα τζάμια των γραφείων τους τα παιδιά που τόλμησαν το αδιανόητο για τέτοιον τόπο. Και φυσικά για κείνη, που είχε διοργανώσει το σχετικό τελετουργικό, ο τόπος πια ήταν πολύ εχθρικός. Σε λίγο αναγκάστηκε να μετακομίσει σε διπλανό χωριό, οι γονείς απαγόρευσαν στα παιδιά τους να της μιλάνε εκτός σχολείου, και η αστυνομία έκανε συστάσεις. Με την πρώτη ευκαιρία πήρε μετάθεση για την Αθήνα, σε οικείο χώρο, που τα «αδιανόητα» αυτά ήταν επιτρεπτά.

Κυρία, δεν ακούτε τι σας λέμε; Δεν συγχρονίζεται η προβολή με την ανάγνωση και το τραγούδι. Κάτι πρέπει να κάνουμε.

 Θα το λύσουμε το πρόβλημα, παιδιά. Άλλα είναι τα άλυτα. Αυτά που σφηνώνουν στο μυαλό των ανθρώπων και δεν φεύγουν με τίποτα.

 * Το διήγημα συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή «Το ατελιέ», Διώνη Δημητριάδη, εκδόσεις Νοών, 2011

 

 Οικονόμου Γιώργος

Χούντα 1967

 Το χέρι αυτό
που όλο το βράδυ
έδερνε
έξω από την εκκλησιά
θα κάνει το σταυρό του
και φτάνοντας στο σπίτι
ένα χάδι θα δώσει στα παιδιά
που ξεκινούν για το σχολείο.

Ματωμένα αυτά
μπαίνουν στην αίθουσα διδασκαλίας
μα το εξασκημένο μάτι της δασκάλας
αναγνωρίζει πάνω τους
το αίμα του Σπύρου Μουστακλή.

 Υ.Γ.  ''το εξασκημένο μάτι του τραμπούκου...'' στίχος του Εγγονόπουλου

 

 Παραδεισανού Ειρήνη

17 Νοέμβρη 2017

Να ψάχνεις μια κουβέντα, για να αποστομώσεις τους κάθε λογής ηθικολόγους που η σκέψη τους ζέχνει αμοραλισμό, τους κάθε λογής κάλπηδες που έχουν πουλήσει την ψυχή τους στο διάβολο και τώρα με ύφος αγορεύουν και μολεύουν τη μέρα
και να μην σου 'ρχεται τίποτα
Να νιώθεις μόνο μέσα σου το ίδιο ρίγος που ένιωσες την πρώτη πρώτη φορά που διάβασες αυτήν την ιστορία για μια χούφτα παιδιών που προτάξαν την τρέλα της νιότης τους στον παραλογισμό της βίας και χαμογελούσαν
κι είχαν στα μάτια τους σπίθες
και ξέραν ποιος ήταν ο εχθρός
και νιώθαν πόσο βαθιά είχανε μέσα τους νικήσει το φόβο
και ξέραν ποιος ήταν ο εχθρός και χαμογελούσαν
και ξέραν ποιος ήταν ο εχθρός και χαμογελούσαν
και ξέραν ποιος ήταν ο εχθρός και χαμογελούσαν
γιατί ξέραν ποιος ήταν ο εχθρός.

 

Τσαρούχα Τόνια

Τον Νοέμβρη εκείνο

Το Νοέμβρη εκείνο τον θυμάμαι πιο σκληρό κι από χίλιους Απρίληδες μαζί.

Ο αέρας μύριζε θυμάρι, και σκέφτηκα: κάποιο σφαγείο σκαρώνουν σίγουρα. Τα σημάδια το έδειχναν καθαρά. Και το πιο σημαντικό; Οι κανονικοί άνθρωποι έκαναν όλα τα κανονικά πράγματα. Πήγαιναν στη δουλειά τους τις καθημερινές. Στα γήπεδα και στην εκκλησία τις Κυριακές. Τις αργίες ξεφάντωναν στο Ήχος και Φως και στα ξενυχτάδικα. Και στα καφενεία έπαιζαν κολιτσίνα και πρέφα. Πρέφα δεν είχαν πάρει γι' αυτό το βρόμικο και σκοτεινό που μας κύκλωνε. Δεν ήταν καιρός για μπλεξίματα. Είχαν οικογένεια, υποχρεώσεις. Θεός φυλάξοι.

Κι εκείνη τη νύχτα, ο θεός τους, τους φύλαξε.

Αφού πρώτα είδαν άλλο ένα επεισόδιο απ' τον Άγνωστο Πόλεμο, αποκοιμήθηκαν γλυκά πάνω στη σιγουριά τους. Είδαν και πολλά πατριωτικά όνειρα. Ήταν φιλήσυχοι πολίτες και σέβονταν τις ώρες τις επίσημης αναλγησίας. Δεν θορυβούσαν ασκόπως όταν σκοτώνονταν, όταν σκοτώνονταν.

Εγώ εκείνη τη νύχτα βρέθηκα τη λάθος στιγμή στη λάθος πλευρά της ιστορίας. Των ηττημένων. Θα μας συντρίψουν σκεφτόμουν, θα χαθούμε όλοι. Δεν θα προλάβουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ. Θα μας προλάβει το έρεβος. Δεν θα προλάβουμε. Ο θάνατος δεν αργεί. Ο θάνατος έρχεται πάντα στην ώρα του.

Κι ύστερα ήρθαν οι ερπύστριες και σταμάτησα να σκέφτομαι.

 

 Λίλα Φυτιλή

Αβάπτιστη κάποτε

Nα με φωνάζεις Γυάρο. Το αίμα και το σκοτάδι εκείνης της περιόδου τ’ αγάπησα πολύ. Ότι ράγιζε, το αποκαλούσα ελπίδα κι ας ερχόταν μετά από χρόνια να μου γυρέψει τον λόγο. Το σώμα που βασανίστηκε, θυμάται πως κάποτε εξαγόρασε το θάνατο με μια σιωπή, πολύ σκληρά διακορευμένη. Κι άντε μετά σκεφτόμουν, να κυοφορήσεις μέλλον, όταν μέσα στο βουητό της ψυχής σου, μοναδική συντροφιά μένουν οι ερπύστριες του τανκ, οι φωνές και τα συνθήματα, το νησί που μύριζε θάνατο αδέσποτο, από των άλλων και τα δικά σου, φαγωμένα πλευρά.

 

Χατζημωυσιάδης Παναγιώτης

Εθνική Αγωγή

Η χειρότερή του μέρα στο σχολείο ήταν στους βαθμούς. Όχι για το 6 της Ιστορίας ή το 7 της Ανάγνωσης και των Θρησκευτικών αλλά για την καημένη τη γιαγιούλα του. Που ερχόταν κούτσα-κούτσα με το μπαστουνάκι της. Μια μαυροφορεμένη καμπούρα στις σκάλες. Τα άλλα τα παιδιά με τις μαμάδες και τους μπαμπάδες τους να τον κοιτάνε. Ενόσω άφηνε αυτός τη μπάλα και έτρεχε να τη στηρίξει. Χωρίς να πολυδίνει σημασία σε πειράγματα και κοροϊδίες. Έντεκα χρονών παιδί, καταλάβαινε ήδη αρκετά. Και δεν άντεχε να την αφήνει μοναχή της μπροστά στον «Η εθνική μας επανάστασις υπηρετεί επάξια τα εθνικά μας ιδεώδη». Για να πάρει τους κακούς βαθμούς του εγγονού της στα θρησκευτικά, στην ανάγνωση και κυρίως στην ιστορία. Αυτή που είχε για καμπούρα την τρέχουσα ιστορία του τόπου. Και φορούσε τσεμπέρι στο κεφάλι τα πιο πρόσφατα συμβάντα της. Ένας άντρας σκοτωμένος στον εμφύλιο. Και ένας γιος, ο δικός του ο μπαμπάς, στη Λέρο εξορία.

 

 Χριστόπουλος Δημήτρης

Κατώφλι

Κάθε γενιά κι η καγκελόπορτά της. Ένας Άγγελος κι ένας Αντώνης, ένας Ευτύχης κι ένας  Θόδωρος. Η καγκελόπορτα που παράγει αποκλεισμούς. Ενίοτε κι ηρωισμούς. Λοιπόν: με τους Απομέσα  Ή με τους Απέξω;

Κατώφλι.

Οκτώ χρονών. Ένα Σάββατο στα μέσα του Νοέμβρη η καγκελόπορτα του σχολείου μου έμεινε κλειστή. Κι εγώ εμπύρετος στο κρεβάτι, παρέα με Τα παιδιά του Ζεβεδαίου. Τέταρτο επεισόδιο. Αλήθεια ποιον έχουνε πατέρα, ρωτούσα τον πατέρα μου, εκείνα τα παιδιά στην καγκελόπορτα της Πατησίων; Απόκριση καμία. Κι αυτό με βασανίζει ακόμα. Αναδιατύπωση λοιπόν: Which side are you on? Σ’ αυτό το κατώφλι, αδελφέ μου, η επιλογή δε σηκώνει διαπραγματεύσεις. Το ύψος της καγκελόπορτας απαγορεύει για τους πιο πολλούς τις υπερβάσεις ή τις πτώσεις.

Κατώφλι.

Κι έρχεται ο καιρός που λες «Άνοιξε σουσάμι» κι η καγκελόπορτα ανοίγει. Για λίγο μονάχα. Για λίγους μονάχα. Για να ξανακλείσει αμέσως μετά. Κι οι Απομέσα στη στιγμή γίνονται οι Απέξω. Κι οι Απέξω οι Απομέσα, μόλις πουν την παντοδύναμη λέξη. Τίποτα μαγικό.

Κατώφλι.

Δεκέμβρης του ’08. Ο γιος μου στην άγρια εφηβεία του. Σκαρφαλωμένος να τραγουδά στα κάγκελα του σχολείου του για κάποια άλλα κάγκελα, να ξορκίσει το σκοτάδι. Για κάθε εξουσία –στο σπίτι και το σχολείο, στη δουλειά και τον στρατό- που σε κάνει τη ζωή σου διαρκώς στην πίσσα να βουτάς όταν φοράς πράσινα αθλητικά παπούτσια.

Κατώφλι.

Γι’ αυτό κι εγώ, ένας δάσκαλος απλός, τις άνεργες μέρες μου κάθομαι και γράφω. Με αίμα και μελάνι στον τοίχο μήνυμα ν’ αφήσω στους αυριανούς. Είναι που τίποτα πια δε συμβαίνει. Είναι που ο αγέρας εδώ κάτω απελπισία μυρίζει. Μια καγκελόπορτα. Πασχίζω με τις λέξεις μου να υψώσω. Σαν το τείχος το σινικό ή αυτό του Βερολίνου ή εκείνου του Νοέμβρη. Κι έπειτα ας περάσω το κατώφλι κι ας χαθώ.

Για έναν Άγγελο που έκπτωτος τριγυρνά τα βράδια στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό. Για έναν Αντώνη που κάνει σχέδια επιχειρηματικά, λαθραία τσιγάρα πουλώντας στην Τρούμπα. Για έναν Ευτύχη που τα χαράματα ρίχνει την πετονιά του στα βρώμικα νερά του Λιμανιού. Για έναν Θόδωρο που καθημερινά λιώνει σαν το καλάι στο κάτεργο της Cosco. Για τον Killah P στην Αμφιάλη που ούτε κλαίει ούτε φοβάται. Και για τ’ αδέλφια που χαθήκανε νωρίς περαμιώτικα ραπάρει.

Κατώφλι.

Μια καγκελόπορτα επειγόντως! Για να μπορέσω να την πηδήσω ή κάτω από τις ερπύστριες να πλακωθώ. Και πού ξέρεις, κάπου στο κατώφλι της συνείδησής μου μιαν Ελεύθερη Ελλάδα ίσως φανταστώ. Και στα πολλαπλά επεισόδια εκείνης της δικής μου ασπρόμαυρης σειράς που ακόμα παίζω στο μυαλό μου, ξαναρωτήσω: Which side are you on?

Λοιπόν: Which side are you on? Which side are you on? Περιμένω…