Όταν ο Συρανό είναι δυσλεκτικός

[ Γεωργία(Γιούλα) Τριγάζη / Ελλάδα / 07.07.17 ]

Στα τέλη του 19ου  αιώνα, ο γάλλος θεατρικός συγγραφέας Ρωστάν Εντμόν, παρουσιάζει στο Παρίσι το έργο Συρανό ντε Μπερζεράκ, βασισμένο σε πραγματική ιστορία,  του ποιητή με τη μεγάλη μύτη αλλά και το αντίστοιχο ταλέντο του Συρανό, που έζησε τον 17ο , αιώνα στη Γαλλία.

Το έργο γνώρισε τεράστια επιτυχία, καθώς από ό,τι φαίνεται, το κοινό διψούσε την εποχή εκείνη, για νίκη της ωραίας ψυχής, πάνω στην όποια σωματική ατέλεια ή δυσμορφία!

Η ιστορία, λίγο ως πολύ γνωστή. Ερωτευμένος με την όμορφη ξαδέρφη του ο Μπερζεράκ, διστάζει να της εκφράσει τα αισθήματά του, λόγω της τεράστιας του μύτης, φοβούμενος την απόρριψη.  Έτσι ο ρόλος του διαμεσολαβητή, ανατίθεται σε κάποιον  φίλο, ο οποίος μεταφέρει το αίσθημα του αόρατου νέου και συνεπώς την ψυχή του, μέσα από τα ποιήματα του Συρανό! Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Η ξαδέρφη τελικά ερωτεύεται την ομορφιά της ψυχής, παραβλέποντας την σωματική ατέλεια.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα εκ του αντιθέτου. Όμορφος, δυσλεκτικός νεαρός, ερωτεύεται κατά καιρούς, όπως είναι το φυσικό της ηλικίας του. Κανένας όμως από τους έρωτές του, δεν έχει την επιθυμητή έκβαση. Η ιστορία έχει ως εξής. Η σημερινή εποχή επιτάσσει οι  σχέσεις νέων ανθρώπων  συνήθως να ξεκινούν και να εκτυλίσσονται διαδικτυακά. Βλέπει αυτός την εικόνα, βλέπει κι αυτή επίσης. Γουστάρει αυτός, κι αυτή ανταποδίδει στα λάικ και τα συναφή. Και φτάνουμε στην προσωπική συνομιλία. Εδώ ακριβώς, το πρόβλημα του αντίποδα του Συρανό, κορυφώνεται: «Είμαι ένας νοητικά καθυστερημένος, δεν ξέρω να εκφράζομαι, δεν ξέρω καν να γράφω! Τα λάθη μου αναρίθμητα, οι γνώσεις μου μηδενικές!». Και ξάφνου, γέλια κοροϊδευτικά συμμαθητών αντηχούν πολλαπλάσια στ’ αυτιά του, αποδοκιμαστικά βλέμματα δασκάλων στα μάτια του, λυπημένα μάτια μητέρας και απορριπτικά  πατέρα, ξεπηδούν από τα βάθη του μυαλού, όπου τα γυμναστήρια που ακολούθησαν τα απαίσια εκείνα χρόνια, έμοιαζε-εις μάτην!- ότι είχαν εξοστρακίσει!

Ο πανικός της απόρριψης, παράγει λύσεις ευκαιριακές που απλώς τροφοδοτούν τη δική του αυτοαπόρριψη. Ο όμορφος νέος άντρας αναθέτει το ρόλο του εαυτού του σε διάφορους ευκαιριακούς φίλους , που για «την πλάκα τους», δέχονται να τον βοηθήσουν. Πώς; Απαντώντας αντί γι’ αυτόν κάθε φορά στο κορίτσι της άλλης οθόνης. Κάθε «φίλος» και μια διαφορετικού τύπου  απάντηση, και αυτό είναι φυσικό. Οι λέξεις χρωματίζονται πάντα, από την προσωπικότητα αυτού που τις γράφει. Ακόμη κι αν είναι , ή μοιάζουν ίδιες. Ύστερα οι «φίλοι», γουστάρουν και το χαβαλέ και όποιος υποτιμά τον εαυτό του, ακόμη κι όταν τον παίρνει χαμπάρι, δεν παρεμβαίνει, ή τουλάχιστον δεν το κάνει αποτελεσματικά.

Ο Συρανό με την τεράστια μύτη, γίνεται ερωτεύσιμος κι επιθυμητός. Ο -ας πούμε- Ανέστης της ιστορίας, γίνεται μισητός ή γελοιοποιείται. Κανένα γυμναστήριο, καμία φυσική ομορφιά, δεν αντικαθιστά την αυτοπεποίθηση τελικά.  Όχι την επίπλαστη -του γυμναστηρίου που λέγαμε πριν-, αλλά αυτή που πηγάζει από την αυτοαποδοχή, ως επακόλουθο της αυτογνωσίας. Που ξεκινά να χτίζεται -κι αυτό είναι το βασικότερο-, από την εποχή του «πρώτου βλέμματος», του πρώτου σημαντικού «άλλου». Της μάνας αρχικά. Και στη συνέχεια των υπολοίπων. Πατέρα, δασκάλου, φίλων.

Η ιστορία του Ανέστη είναι πραγματική. Πέρα δε από τις τεράστιες –ακόμη!-ελλείψεις αντιμετώπισης του «διαφορετικού», στο σχολείο, στην κοινότητα, στο σπίτι, αντικατοπτρίζει και την «αβάσταχτη ελαφρότητα» των καιρών μας. Όπου το επουσιώδες ασχημονεί κατ’ εξακολούθησιν και με θράσος επί του ουσιώδους. Όπου οι σχέσεις, φοβούνται να χτιστούν, ίσως γιατί τα υλικά τους είναι ευτελή, ή λείπει ο αρμός ανάμεσά τους. Και όπου εντέλει, η ζωή διεκπεραιώνεται, αλλά επ’ ουδενί δεν βιώνεται.