Ένα ποίημα για την Τάνια, την προσφυγοπούλα

[ Γιάννα Κουκά / Ελλάδα / 08.01.18 ]

"Κάρβουνα ήταν τα μάτια της και πάντα υγρά. Λες και προσπαθούσαν να σβήσουν την φωτιά που πέρασε από πάνω τους. Εκείνη την φωτιά βομβαρδισμένων τοπίων που άφησε ο πόλεμος, η φτώχεια κι η βαρβαρότητα στο διάβα τους. Κι εκείνη είδε. Τα μάτια της ήταν μαύρα και πάντα υγρά. Πάντα σε κοιτούσαν, σου μιλούσαν, σε κάρφωναν. Καμιά φορά αν είχαν θάρρος ρωτούσαν. Τα πώς και τα γιατί. Καμιά φορά έλεγαν κουράστηκα, ζηλεύω, θέλω ρουτίνα, να εργαστώ, να σπουδάσω, να ερωτευθώ, να μεγαλώσω, να έχω σπίτι, πατρίδα και παιδιά. Ήταν υγρά τα μάτια της. Απέφευγε ο κόσμος να την κοιτάξει. Μην παρασυρθεί. Στα ορμητικά ποτάμια των δακρύων της. Μην ντραπεί. Που ήταν έξι, και σε μια βάρκα την έβαλαν, την γύρισαν από εδώ κι από εκεί, την φυλάκισαν, κλειστά σύνορα της χάρισαν κι αυτή το μόνο που ζήτησε μια μέρα ήταν ένα μπαλόνι για τα γενέθλιά της. Κάρβουνα ήταν τα μάτια της σου λέω. Ο κόσμος φοβόταν να την κοιτάξει. Μην καεί. Ας την ονομάσουμε "Τάνια"."

Η Τάνια ήρθε από το Αφγανιστάν. Έξι χρονών. Γνωστή διαδρομή. Την έβαλαν σε βάρκα. Έφτασε στην Χίο, από εκεί στην Αθήνα, μετά στην Λέρο, μετά στην Αμυγδαλέζα, ναι η Τάνια, φυλακίστηκε για ένα μήνα εκεί, καθώς η οικογένεια δεν άντεξε άλλο τον ξεριζωμό κι αποφάσισε να γυρίσει πίσω, μα μια μέρα πριν φύγουν τους ενημέρωσαν πως επικίνδυνα είναι, κι έτσι έμειναν εδώ. Για τιμωρία, αν και στην Λέρο τους ήθελαν, τους έστειλαν στην ΒΙΑΛ στην Χίο, κι ύστερα πάλι στην Αθήνα στο Σχιστό και τώρα κάπου μακριά. Η Τάνια λοιπόν, λέει συνέχεια σ' αγκαπώ αγάπη μου, σ' αγκαπώ, σ΄ αγκαπώ. Και τι κάνεις Γιάννα αγκάπη μου. Μέσα μου, ορκίστηκα πως έναν ποιητή θα βρω κάποια στιγμή γι’ αυτήν, το πιο όμορφο ποίημα να της γράψει… τον ποιητή της θα τον βρω. Κάπου, κάποτε...